"Turning experience into memory, and memory into words. Nothing is lost as long as there is someone to tell the story"

02:30
Voicing the Light

An open expression platform where black and white photos accompany open written contributions.

OUR ARTISTIC VISION
There are two ways to face the dark: to sink into it, seeking the safety of silence, or to use it as the canvas upon which light is born. Our platform stands for the latter. They are proof that emotional intensity, when met without fear, can be transformed into something higher. A refusal to surrender to the effortless and the mundane, this approach seeks meaning where others see only a void. In a world increasingly drawn toward erasure and noise, art remains one of the few ways to stay alive without turning away. This platform is an attempt to give that stance a shared, living form.
Monochrome dialogues is an art platform dedicated to bringing people from different places together through a common artistic vision. It is not a chat room, but a curated space for open expression that honours core artistic and humanistic values: attentiveness, respect, curiosity, dialogue, empathy, and a commitment to high aesthetic standards.Authors and photography lovers from all backgrounds and languages are invited to express themselves freely through fiction, science fiction, essays, poetry, and philosophy. Words may echo, challenge, or drift away from the images, engaging them in personal, critical, or imaginative ways. The photographs are not illustrations but interlocutors, inviting multiple readings and interpretations rather than fixed conclusions.Readers are encouraged to enter this exchange not only through reflection and discussion, but also by contributing comments or original texts in any language they choose. This interactive dialogue may, in turn, give rise to new texts, new perspectives, and new stories shaped collectively over time. When contributions are submitted in languages other than English, we will coordinate their presentation by sharing both the original language and an English version, keeping the conversation open to a broader readership.If you feel drawn to contribute, feel free to reach out; we’ll be glad to connect and coordinate the posting togetherThe editors.

https://www.instagram.com/johngalanisatonstar/

https://www.instagram.com/kostas_vetsis/

Powered by


ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΑΣ / OUR STORIES


ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΑΛΑΝΗΣ / JOHN GALANIS

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ / THE MIRROR

Ήρθες; Μα ναι ήρθες. Ήρθες τώρα ; Όχι βέβαια ! Ήσουν πάντα εδώ. Καλά, δε βαρέθηκες να είσαι πάντα εδώ ; Αλλά και πάλι , που αλλού να πας; Αφού το εδώ είναι παντού ! Ναι , όπου και να πας θα είσαι πάντα εδώ μέσα σου, μέσα μου. Στον ιστό που μας ενώνει, εδώ, παντού, αψηφώντας το χρόνο. Ποιο χρόνο; Ακόμα και αυτός έχει ταυτιστεί μαζί σου από φόβο μήπως τον ξεχάσεις και χάσει έτσι την ανυπέρβλητη αξία που έχει για τους ζωντανούς οργανισμούς. Από φόβο μήπως πάψει να υπάρχει. Ποιος; Αυτός, ο αιώνιος Χρόνος!
Δεν σ’ ενδιαφέρει όμως για τις ανάγκες του χρόνου και διασχίζεις ανέλπιδα το αγαπημένο σου κενό για να αποδράσεις ίσως από τις ανούσιες - για την ώρα - αυτές σκέψεις. Κάνεις ένα, δύο βήματα μπροστά και περιμένεις την αλλαγή του ανύπαρκτου τοπίου που σε περιβάλλει. Κάτι σε σπρώχνει να ισοπεδώσεις το ανύπαρκτο, να εμφυτευτείς στην άβυσσο που βρίσκεται ολόγυρά σου και σου καταδυναστεύει την ύπαρξη.
Κοντοστέκεσαι για λίγο προσπαθώντας να κατανοήσεις την χρησιμότητα της ύπαρξής σου , αλλά όχι , δε βρίσκεις τίποτα. Κάτι σε παρακινεί να προχωρήσεις κι άλλο μπροστά, μόνο εμπρός, όχι πίσω, ούτε δεξιά ή αριστερά, λες κι έχει σημασία ο προσανατολισμός σου στην άβυσσο των συναισθημάτων σου. Συναισθήματα; Τι σημαίνει αυτή η λέξη; Δεν προλαβαίνεις να καταλάβεις το ερώτημα που μόλις διατύπωσε το θολωμένο μυαλό σου και ξάφνου, σαν απάντηση απ’ το πουθενά, κάτι αρχίζει να γυαλίζει εκεί μπροστά. Ίσα που φαίνεται. Αμέσως παρασύρεσαι και βαδίζεις προς το μέρος αυτού του μυστήριου πράγματος που λάμπει, με την αφελή περιέργεια ενός μικρού παιδιού που αψηφά τον κίνδυνο μόνο και μόνο επειδή δεν έχει την επίγνωσή του.
Κι ενώ είσαι πάντα εδώ, παντού, στον ιστό που μας ενώνει, αψηφώντας τα πάντα, δεν αργείς να φτάσεις εκεί και ανακαλύπτεις ότι αυτό που λάμπει στα μισά του τίποτα είναι ένας καθρέφτης!
Μα που στο καλό βρέθηκε ένας καθρέφτης στη μέση του συνεχούς και ακατάληπτου κενού; Και είναι εκεί σταθερός, αγέρωχος, προκλητικός, γεμάτος σιγουριά ότι θα κοιτάξεις μέσα του. Mα πως είναι δυνατόν; σκέφτεσαι, ενώ συναισθήματα οργής σε πλημμυρίζουν για τον ξεδιάντροπο καθρέφτη.
« Πως είναι δυνατόν αυτός ο αναιδέστατος καθρέφτης να στέκεται εκεί όρθιος, χωρίς να στηρίζεται πουθενά και να έχει την αφελή σιγουριά πως θα κοιτάξω μέσα του; » , σκέφτεσαι με φανερά τα σημάδια της απροκατάληπτης οργής στα μάτια σου.
Και παρ’ όλο που ξέρεις ότι δεν θέλεις να κοιτάξεις μέσα στον καθρέφτη, δεν γνωρίζεις το γιατί δεν θέλεις να κοιτάξεις μέσα του.
Γιατί; « Μα γιατί εκεί βρίσκεται η αλήθεια ανόητο πλάσμα!»
Ποιος μίλησε; « Εκεί ίσως βρίσκεται η αλήθεια » διορθώνει η φωνή πιο πειστικά αυτή τη φορά. « Αλλά ίσως κι όχι. » Άλλη μια φωνή!
Α αυτή τη φορά το κακό παράγινε. Και τι σε νοιάζει εσένα που βρίσκεται η αλήθεια ; Ή μήπως σε νοιάζει ; Και τέλος πάντων , ποιός μιλάει μέσα στο κεφάλι σου προσπαθώντας να σε βγάλει από το λήθαργο της πνευματικής σου « ανεξαρτησίας » ;
Εξοργίζεσαι μ’ αυτές τις δύο φωνές που αντηχούν μέσα στο κεφάλι σου και - ίσως - για να μην σε ενοχλούν πια από αρρωστημένη - ίσως - περιέργεια , αποφασίζεις να διεισδύσεις στα άδυτα αυτού του καταραμένου καθρέφτη που στέκεται μπροστά σου στα μισά του τίποτα και σε προκαλεί λάμποντας και γελώντας μυστηριωδώς υπεροπτικά !
Άλλωστε τι το καινούριο μπορεί να δείξει αυτός ο καθρέφτης που δεν το έχεις ξαναδεί ; Τίποτα , απολύτως τίποτα ! Δεν έχεις να κερδίσεις ούτε να χάσεις κάτι αλλά ούτε και να ικανοποιήσεις κάποια μυστηριώδη περιέργεια. Ίσως κοιτάξεις μέσα του ακριβώς επειδή δεν θα έχει νόημα αυτή η πράξη. Κι όμως κάτι βαθιά μέσα σου - μάλλον αυτές οι φωνές που αντηχούν ακόμη ενοχλητικά - σου λέει πως κάτι νέο, κάτι σημαντικό θ’ ανακαλύψεις. Προκατάληψη ή όχι ; Κι αν είναι προκατάληψη ; Ποιό είναι το διαχωριστικό όριο της προκατάληψης ; Και πως οριοθετούμε ακόμη το αν η προκατάληψη είναι καλό ή κακό πράγμα ;
« Άντε λοιπόν! Tι περιμένεις; Θα κοιτάξεις επιτέλους μέσα; » σε διακόπτει πάλι από το χείμαρρο των σκέψεών σου μια απ’ τις δύο φωνές.
« Ναι , ναι κοίταξε μέσα » συμπληρώνει και η άλλη φωνή.
Περίεργο σκέφτεσαι πως είναι δυνατό δύο φωνές , που απ’ τον τόνο τους φαίνεται ότι εκπροσωπούν δύο διαφορετικά πράγματα , να συμφωνούν με τόση άνεση να κοιτάξω μέσα στον καθρέφτη. Είναι σαν να ακούς τη γνώμη δύο ανθρώπων με διαφορετικές απόψεις που συμφωνούν σε κάτι που μοιάζει απόλυτα φυσικό και για τους δύο ή και για οποιονδήποτε άλλο. Κάτι κοινώς αποδεκτό. Μα υπάρχουν κοινώς αποδεκτά πράγματα; Τέλος πάντων, τώρα θα δεις τι μπορεί να έχει τόση σημασία.
Και εντελώς φυσικά, σαν να το έχεις κάνει εκατομμύρια φορές, κοιτάζεις μέσα στον καθρέφτη με απάθεια, έπειτα με παρατηρητικότητα, με αντιπάθεια, με θαυμασμό, με ναρκισσισμό, και ωραιοπάθεια σε μια προσπάθεια απομυθοποίησής σου και συνεχίζεις παρατηρητικά με ανυποχώρητη, τελικά, αδιαφορία ώσπου ξαφνικά προσηλώνεσαι στα μάτια!
Τι έγινε: Δεν τα έχεις ξαναδεί τα μάτια σου: Τι έγινε κι ανησύχησες έτσι ξαφνικά: Δεν ξέρεις τι συμβαίνει… κι όμως δεν προσπαθείς να ξεφύγεις…
Να ξεφύγεις από τι: Μα από κάτι που παρόλο που σου είναι τόσο γνωστό, αυτή την απροσδιόριστη στιγμή, σε ξενίζει τόσο πολύ! Σαν να μην έχεις ξαναδεί αυτά τα μάτια… Παραλογισμός: Ίσως… Ποιος είναι αυτός που δεν έχει ξαναδεί τα μάτια του έχοντας κοιταχτεί τόσες φορές σε καθρέφτη: Κανείς! Κι όμως! Εσύ εκεί… Κάτι δε σου πάει καλά… Κάτι άλλο είναι που σε τραβάει…Είναι το σχήμα τους; Όχι! Το χρώμα τους μήπως; Όχι, δεν είναι το χρώμα, το έχεις ξαναδεί αυτό το χρώμα στα όνειρά σου. Βλέπεις και όνειρα; Δε σε νοιάζει τώρα. Κάτι άλλο είναι που σε τραβάει σαν μαγνήτης προς το κέντρο των ματιών σου. Μα ναι, επιτέλους! Είναι αυτό το μαύρο κυκλάκι. Η κόρη! Να τι σε προκαλεί τόση ώρα. Αυτά τα μαύρα κυκλάκια. Χωρίς άλλη σκέψη και με ένα αίσθημα ηλίθιας σιγουριάς, βουτάς μέσα στο μαύρο σαν να κρύβονται εκεί όλα τα μυστικά που θα μπορούσε να ζητήσει ένα παιδί σαν κι εσένα. Ένα παιδί που μόλις τώρα είδε το πρώτο ενδιαφέρον πράγμα που θα μπορούσε να γίνει σημαντικό στη ζωή του. Είσαι αλήθεια σαν αυτό το παιδί; Μπορεί και όχι. Αλλά δεν έχει σημασία. Έτσι νιώθεις τώρα. Και συνεχίζεις να χάνεσαι στη μαύρη θάλασσα με όλο και πιο βαθιά μακροβούτια, ώσπου να είσαι μόνο εσύ και το μαύρο, να έχεις χάσει τελείως τον καθρέφτη και το είδωλό σου και να βυθίζεσαι σε ένα μαύρο διαφορετικό από το προηγούμενο. Το μαύρο του κενού. Να χάνεσαι στο μαύρο της ύπαρξής σου. Και τώρα πλέον μπορείς να νιώθεις ευχαρίστηση. Αλήθεια όμως μπορείς να νιώθεις ευχαρίστηση; Τώρα είσαι μέσα στη δική σου άβυσσο, στο δικό σου κενό, στο εγώ σου. Και ταυτόχρονα νιώθεις ότι και στην αρχή. Ότι είσαι εδώ! Παντού! Στον ιστό που μας ενώνει αψηφώντας τα πάντα!
«Και τι θέλεις;» Ρωτάει η μια φωνή που διαβάζει όλες τις σκέψεις σου. «Μα δεν είναι ολοφάνερο; Θέλεις να κατακτήσεις την άβυσσο, να κατανοήσεις το κενό, να ξεπεράσεις το εγώ» Απαντάει η άλλη φωνή πριν καν προλάβεις να σκεφτείς την κοφτή και γεμάτη υπονοούμενα, αυστηρού τόνου, ερώτηση της πρώτης φωνής. «Προχώρησε εμπρός και θα τα καταφέρεις. Χώσου στην άβυσσο, σκάψε το κενό, μπες πιο βαθιά ώσπου να αρχίσεις να βλέπεις. Να ξεφύγεις από το σκοτάδι». Και με αυτή την τελευταία παρακίνηση, ξεκινάς. Άραγε από ενδιαφέρον δικό σου ή για να κάνεις τη φωνή να πάψει να σε ενοχλεί με τα τόσο μονότονα λόγια της που δε σε αφήνουν σε ησυχία; Δεν έχει σημασία. Ξεκινάς. Δεν είσαι πλέον στο κενό. Νιώθεις το έδαφος ξερό και αφιλόξενο κάτω από τα πόδια σου. Λες κι αυτές οι μικρές πετρούλες που πατάς θέλουν να σε διώξουν αυθάδικα από το ν τόπο τους. Δεν τους αρέσει που είσαι εκεί. Δεν τους αρέσει να πατάς πάνω τους. Μα ποιος τους έμαθε να αυθαδιάζουν; Έχουν θέληση και οι πέτρες; Μα εσύ προχωράς. Όχι γιατί σέβεσαι τα πετραδάκια, αλλά γιατί δεν έχει τίποτα το ενδιαφέρον εδώ.
Το σκοτάδι δε σου επιτρέπει ακόμα να δεις καθαρά, όμως καταλαβαίνεις ότι και να μπορούσες να δεις, δε θα υπήρχε τίποτα το ενδιαφέρον εδώ. Το καταλαβαίνεις γιατί το μέρος σου προκαλεί μια αίσθηση περιφρονητικής αδιαφορίας και όπως και να’ χει δε χρειάζεται να μείνεις άλλο εδώ. Δεν βλέπεις, δεν ακούς τίποτα, δεν κάνει ούτε κρύο ούτε ζέστη και συνεχίζεις να προχωράς αδιάκοπα, με μόνο κριτήριο αυτής σου της επιλογής τις μονότονες και ανίδεες μυρωδιές και τις αυθάδικες πετρούλες που αφήνεις πίσω σου, μένοντας ταυτόχρονα, ανεξήγητα πάντα εδώ, στον ιστό που μας ενώνει, παντού…
Σιγά σιγά αρχίζει να ξημερώνει κι ενώ συνεχίζεις να προχωράς, αποκαλύπτεται και στα μάτια σου το αφιλόξενο αυτό τοπίο που σε περιβάλλει, λέγοντάς σου «Δε σε θέλω εδώ, αλλά και να σε ήθελα, δε θα ήθελες εσύ να μείνεις, αφού δεν υπάρχει τίποτα που να σ’ ενδιαφέρει εδώ… αλλά εκεί μπροστά … προς τα εκεί που βαδίζεις… Καλά βαδίζεις. Προχώρησε κι άλλο και θα το δεις! Εκεί πέρα είναι και σε περιμένει…»
Τι θα μπορούσε να σε περιμένει… σκέφτεσαι… Τι θα μπορούσε να είναι φιλόξενο και ποθητό συνάμα; Πλούτη; Δόξα; Η φύση; Χωριά; Πόλεις; Άνθρωποι; Ένας Άνθρωπος; Μα μπορεί ένας άνθρωπος να κάνει τη διαφορά; Τι άλλο; Μια περιπέτεια ίσως, ένα παραμύθι; Μια ερωτική φαντασίωση; Πόσα βλαβερά για την ύπαρξή σου συναισθήματα θα μπορούσαν να σε διαπεράσουν εξ αιτίας αυτού που θα συναντήσεις εκεί μπροστά; Αισθάνεσαι ήδη το κύμα της φθοράς που ετοιμάζεται να σκάσει πάνω σου και αρχίζεις να υποψιάζεσαι ότι ίσως θα έπρεπε να αντισταθείς… Να γυρίσεις πίσω…
«Μήπως βλέπω όνειρο;» σκέφτεσαι… «Μα όχι, εγώ δεν έχω δει ποτέ όνειρα…ή μήπως έχω δει και ποτέ δεν τα θυμάμαι; Αλλά όχι, ακόμη και τότε δε θα μπορούσα να αξιολογήσω αν βρίσκομαι σε όνειρο ή όχι, αφού δε γνωρίζω πως είναι τα όνειρα για να τα συγκρίνω με την τωρινή μου κατάσταση».
Όχι λοιπόν δεν είναι όνειρο… Και ενώ καθησυχάζεις τον εαυτό σου ότι όλα αυτά που μεταφράζουν οι αισθήσεις σου είναι απολύτως πραγματικά, το σκοτάδι της νύχτας έχει παραχωρήσει τη θέση του στο μουντό και γκρίζο φως της ανέλπιδης ημέρας που απλώνεται στα βάθη του ορίζοντα. Νιώθεις την καταπίεση των αδιάφορων χρωμάτων που απλώνονται γύρω σου και θέλεις να σπάσεις αυτή τη μονότονα σαρκαστική σιωπή. Τι θα διαλέξεις να ακούσεις με το αυτί της φαντασίας σου; Ένα εναλλακτικό rock συγκρότημα; Μια underground ή punk συναυλία; Μια heavy metal μυρωδιά ελευθερίας δεμένη με ένα συνονθύλευμα αλυσίδων αποτελούμενες από εκατομμύρια νότες και συγχορδίες το λεπτό; Ποια μουσική συνιστά επιτέλους στη διαμόρφωση της απροκατάληπτης και ελεύθερης σκέψης; Ποιο είναι το νόημα αυτών των σκέψεων που αφορούν στην αίσθηση της ακοής, όταν μετά από τόσο περπάτημα στο αφιλόξενο και ερημικό περιβάλλον έρχεται η όραση να σε κάνει να μετανιώσεις που ξεκίνησες, βλέποντας τι; Ένα δάσος ! Επιτέλους, το δάσος της ψυχής σου !
Τι κι αν θέλεις να διαφωνήσεις με τα σύννεφα, που έτσι κι αλλιώς δεν τα φτάνεις εκεί πάνω που είναι. Θέλεις να δακρύσεις κι επειδή έχουν στερέψει πλέον οι βρύσες των ματιών σου θα ζητήσεις μερικές σταγόνες απ’ τα σύννεφα… μερικά δάκρυα δανεικά… Μα έλα τώρα. Αφού τώρα υπάρχει το δάσος. Θέλεις να περάσεις από μέσα του; Δεν απαντάς ε; Τι σημασία έχει αν θέλεις; Εντάξει, αν θέλεις , έχει καλώς… Πάντα έκανες ό,τι ήθελες, οπότε τι κι αν κάνεις το ίδιο άλλη μια φορά… Αν δεν θέλεις, πάλι έχει καλώς. Γιατί επιτέλους θα κάνεις κάτι που δεν το θέλεις, έτσι για να σπάσεις τη μονοτονία…
Τέλος πάντων, αυτά δε σε νοιάζουν τώρα. Τάρα είσαι ήδη πολύ κοντά για να κάνεις πίσω. Κι έτσι συνεχίζεις… Μα τι στο καλό έχει αυτό το δάσος που το κάνει διαφορετικό από τα άλλα που έχεις δει; Μα ναι! Είναι καμένο! Μα γιατί να μην είναι ένα πυκνό δάσος με ψηλά δέντρα , με δύσκολα και αδιάβατα μονοπάτια; «Ρωτάς;» σου λέει μια από τις εσωτερικές σου φωνές. «Δεν ξέρεις τι θέλεις; Ε λοιπόν άκου να δεις τι θέλεις… Να πέφτεις, να σηκώνεσαι, να πληγώνεις, να σε πληγώνουν, να μισείς , να σε μισούν, να θέλεις και να παίρνεις, να μην περιμένεις. Να μη φοβάσαι αυτά που δε βλέπεις να μην εγκλωβίζεις τα συναισθήματά σου, να μην αφήνεις να βιάζουν τη σκέψη σου, παρόλο που μερικές φορές θα προτιμούσες να μη σκέφτεσαι… Τι κι αν ο κόσμος πληγώνεται από το φόβο μη εκπλήρωσης της οποιασδήποτε ελπίδας; Ελπίδα; Τι σημαίνει αυτό για σένα;» Και σαν να μην ακούς τι σου λέει η φωνή, εισέρχεσαι στο καμένο δάσος που σου γνέφει με κύματα ανέμου που χαϊδεύουν τις ρυτίδες στο συνοφρυωμένο από την απορία μέτωπό σου. Κάνεις μερικά βήματα, διστακτικά, νομίζοντας πως ίσως πέσεις πάνω σε κάποιον αόρατο τοίχο που θα σε κάνει να γυρίσεις πίσω. Άλλα και τοίχος να υπήρχε, εσύ θα έβρισκες τρόπο να τον περάσεις…
Κι ενώ έχεις προχωρήσει αρκετά, νιώθεις την αλλαγή πίσω σου. Μα τι συμβαίνει επιτέλους; Κάποιο θαύμα! Ναι, ίσως κάποιος παρατηρητής να το χαρακτήριζε έτσι. Σε κάθε βήμα σου, σαν να μην κάηκε ποτέ αυτό το δάσος, ανθίζει γύρω σου, ξεκινάει από κάτω σου και εξαπλώνεται δεξιά κι αριστερά σου, όσο πιάνει το βλέμμα σου. Αυτό το δάσος αποκτά και πάλι ζωή. Σαν να βρίσκεται στην αρχή της δημιουργίας. Το έδαφος χάνεται άγονο, ξερό από μπροστά σου και μετουσιώνεται αναζωογονημένο γεμάτο χορτάρι, γεμάτο ζωή, τα δέντρα σε προσπερνούν δεξιά κι αριστερά σου ψηλώνοντας, θεριεύοντας, κοιτώντας προς τον ουρανό λες και ξέχασαν την αξία που έχει το χώμα που πατούν, λες και ξεχνούν εσένα που τους δίνεις ζωή . Σαν να σου λένε φτάνει, αρκετή ζωή δημιούργησες στο πέρασμά σου. Γύρισε πίσω να τη χαρείς, ως πότε θα δημιουργείς; Δάκρυσες; Ναι δάκρυσες. Θέλεις να κάνεις έρωτα με τις σκιές του παρελθόντος, να πεθάνεις με τον πιο αργό θάνατο σε έναν εφιάλτη σου, να μυρίσεις το φόβο της επικείμενης ανάστασής σου, να ακούσεις τον ψίθυρο των βασανισμένων ψυχών να γίνεται η κραυγή της δικής σου ψυχής, αλλά που να πάρει! Δε θέλεις να σου δίνουν κατευθύνσεις τα κατώτερα από σένα δημιουργήματά σου. Ναι τα θεωρείς κατώτερα γιατί τα έφτιαξες εσύ. Δε μπορείς να φανταστείς ότι θα φτιάξεις ποτέ κάτι ανώτερο από σένα. «Όχι, όχι μην ακούς τα δημιουργήματά σου, είναι εγωιστικά, μην αφήσεις να σου καταδυναστεύουν την ύπαρξη. Πήγαινε κι άλλο μπροστά. Φτιάξε κι άλλα! Όσο ζεις θα φτιάχνεις. Γι αυτό είσαι εδώ. Γι αυτό μπήκες μέσα στον καθρέφτη, γι αυτό δεν έμεινες πίσω στο κενό, αλλά προτίμησες να γνωρίσεις τον εαυτό σου» επαναστατεί η φωνή μέσα σου.
«Γιατί; Αρκετά δεν είναι; Γιατί να μην τα χαρείς; Για ποιόν τα φτιάχνεις αν όχι για σένα;» συνωμοτεί η άλλη φωνή μέσα σου… Μα η πρώτη φωνή απαντά « Για σένα τα φτιάχνεις; Για σένα δημιουργείς; Για σένα κάνεις θαύματα και υποτάσεις τη φύση; Γιατί; Πόσο ευτελής θα ήταν η πνευματική σου ανάταση μπροστά σε ένα μεγαλειώδες θέαμα της φύσης αν αφορούσε μόνο εσένα και δε μπορούσε να απλωθεί και προς μια άλλη ύπαρξη; Στα βάθη του ορίζοντα, πίσω από το δάσος, πίσω από το βουνό, μέσα στις πόλεις, στα χωριά κάπου κρυμμένη πίσω από κάποια χαραμάδα, πίσω από τη υποψία μιας σκιάς βρίσκεται η ύπαρξη αυτή! Ερωτεύσου την…» Μα η άλλη φωνή δεν το βάζει κάτω «Κι αν είναι αυταπάτη η ύπαρξη αυτή; Κι αν δε βρεις ποτέ αυτό που ψάχνεις; Αυτό που έχεις ανάγκη για να νιώθεις ολοκλήρωση; Αν κυνηγάς μια χίμαιρα; Αν, αν, αν…» Και η άλλη φωνή «Μα δε θέλεις να κατακτήσεις την άβυσσο; Δε θέλεις να κατανοήσεις το κενό; Δε θέλεις να καταπατήσεις το Εγώ; Όλα αυτά δεν γίνονται επιτέλους γιατί βαρέθηκες την εγωιστική σου ύπαρξη και θέλεις να γνωρίσεις μια άλλη ύπαρξη πιο ενδιαφέρουσα, ίσως πιο εγωιστική; Ερωτεύσου την ύπαρξη αυτή. Ο έρωτας είναι η κατάκτηση της αβύσσου, η κατανόηση του κενού, το ξεπέρασμα και η καταπάτηση του Εγώ. Αλλά είναι ακόμη και μια κατάρα που θα πέσει πάνω σου και θα είναι αδύνατο να της αντισταθείς… Ίσως η πιο γλυκιά κατάρα»
Βλακείες, σκέφτεσαι… Εσύ θέλεις τη αυτονομία σου, την ανεξαρτησία, την ελευθερία…
«Χα χα! Τι αυταπάτη! Δεν υπάρχει αυτονομία, ανεξαρτησία, ελευθερία… Αυτές οι λέξεις ανήκουν στο Θεό που δεν είναι ενδεής κανενός πράγματος. Ο θεός είναι τα πάντα. Εσύ είσαι ένας άνθρωπος. Κι αυτές οι λέξεις είναι χίμαιρες. Σ’αρέσει να κυνηγάς τι χίμαιρες. Κυνήγα τες. Κυνήγησε το άπιαστο. Ικανοποίησε την πείνα σου με την τροφή της αυταπάτης. Η αυτονομία είναι η αυταπάτη που θα διαλέξεις για να ξεγελάσεις τον εαυτό σου ότι δε χρειάζεσαι κανέναν. Να ξέρεις ότι η μεγαλύτερη ικανοποίησή σου θα έρθει όταν υπερνικήσεις και καταπατήσεις το εγώ σου. Όταν νικήσεις τον ίδιο σου τον εαυτό. Όταν ερωτευθείς και σε ερωτευθούν, όταν αγαπήσεις και αγαπηθείς.»
Οι φωνές σε έχουν κουράσει πια. Ανόητα σου φαίνονται τα λόγια τους. Λόγια που δε μπορούν να νικήσουν το χρόνο. Λόγια που δε μπορούν έστω να σε κάνουν να κερδίσεις χρόνο. Η ζωή είναι πολύ μικρή για να μη χαίρεσαι την κάθε στιγμή της.
- Θεσσαλονίκη 1995 -

WE WOULD APPRECIATE YOUR COMMENTS BELOW


ΚΩΣΤΑΣ ΒΕΤΣΗΣ / KOSTAS VETSIS

ΜΟΝΟ ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΕΜΕΙΝΑΝ ΖΩΝΤΑΝΟΙ / ONLY LOVERS LEFT ALIVE (*)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Δούλος δεν είναι εκείνος που του αφαίρεσαν την ελευθερία,
αλλά εκείνος που την αναγνώρισε τη στιγμή
που είπε ένα και μόνο «Ναι»
και δεν το πήρε ποτέ πίσω.
Η δουλεία αυτή δεν έχει μαστίγιο.
Έχει επιμονή.
Έχει καθημερινότητα.
Έχει τη σιωπηλή βεβαιότητα
πως, απ’ όλα όσα θα μπορούσαν να συμβούν,
ένα μόνο έπρεπε να κρατηθεί.
Δεν είναι τιμωρία.
Είναι στάση σώματος.
Μόνο το σπίτι μου υπάρχει.
Και μέσα σ’ αυτό το σπίτι
ο άνθρωπος παύει να περιφέρεται
και στέκεται.
Δεν είναι πια φιλοξενούμενος του εαυτού του.
Είναι δούλος. Ιερός.
Όχι επειδή αγιάστηκε, αλλά επειδή έμεινε.
ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ — Ο EΓΚΛΕΙΣΜΟΣ
Το σπίτι ως σύμπαν , κλείσε τα παράθυρα.
Όχι από φόβο — από απόφαση.
Κατέβασε τα παραπετάσματα
όχι για να κρυφτείς, αλλά για να αντέξεις το φως.
Ο κόσμος μικραίνει.
Χωράει σε ένα δωμάτιο.
Οι φωνές απ’ έξω ξεθωριάζουν.
Τα βλέμματα παύουν να σε ζητούν.
Μένει μία ανάσα.
Κι ο αέρας μαθαίνει
να υπακούει σ’ αυτήν.
Εδώ η δουλεία δεν είναι υποταγή.
Είναι γνώση.
Τόσο βαθιά
που το «έλα» δεν λέγεται —
συμβαίνει.
Δεν ζητώ τροφή.
Δεν ζητώ ύπνο.
Δεν ζητώ ανάπαυση.
Ζητώ να φορεθώ από το σώμα σου
όπως φοριέται κάτι
που δεν βγαίνει πια.
Το δωμάτιο γίνεται τόπος πράξης.
Το σώμα γίνεται νόμος.
Και αλλού, σε σπίτια που μοιάζουν ερείπια αλλά αντέχουν,
άλλοι έκαναν το ίδιο.
Έκλεισαν τα παράθυρα
σε έναν κόσμο που χάλασε απ’ την ευκολία και κράτησαν ό,τι δεν έπρεπε να χαθεί.
Τα πράγματα δεν είναι πράγματα.
Είναι αποδείξεις.
Η δουλεία τους είναι η διατήρηση.
Να μη χαθεί αυτό που αγαπήθηκε
επειδή κανείς άλλος δεν είχε χρόνο.
Ο εγκλεισμός είναι η πρώτη πράξη πίστης. Είμαι εδώ για σενα.
ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ — Η ΑΦΟΣΙΩΣΗ
Ο ένας ως αντίδοτο του άλλου
Κανένα σπίτι δεν σώζει
αν εκείνος που μένει μέσα του
δεν αντέχει τον εαυτό του.
Η δεύτερη δουλεία είναι πιο βαριά:
να κρατάς τον άλλον χωρίς να τον αλλάζεις.
Κοίταξέ με.
Όχι για να με κρίνεις.
Για να με δεχτείς.
Μη με διορθώνεις.
Μείνε.
Όταν ο ένας βυθίζεται
σε βάθος χωρίς πάτο,
ο άλλος δεν μιλά.
Επιστρέφει.
Η παρουσία γίνεται πράξη.
Του θυμίζεις όχι τι έπρεπε να γίνει,
αλλά τι υπήρξε.
Ήχους.
Μουσικές.
Κάτι που άντεξε
όταν όλα τ’ άλλα έφευγαν.
Η δουλεία εδώ είναι καθαρή:
να είσαι η μνήμη του άλλου
όταν εκείνος κουράζεται να θυμάται.
Να λες, χωρίς λόγια:
δεν θα πέσεις. σε κρατώ.
ΤΡΙΤΗ ΠΡΑΞΗ — Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
Η ομίχλη πριν το σπίτι
Υπήρξε όμως και πριν.
Πριν το σπίτι.
Πριν το κλείδωμα.
Η πιο πικρή δουλεία: εκείνου που δεν έχει ακόμη πού να μείνει.
Που το «Ναι» του αιωρείται
χωρίς να βρίσκει σώμα.
Η πόλη γίνεται ομίχλη.
Ο φόβος γίνεται πυκνός.
Η αναμονή δεν υπόσχεται τίποτα.
Εδώ ο έρωτας δεν αναπαύει.
Πονά.
Είναι ανοιχτή πληγή.
Μια ετοιμότητα παράδοσης
στο πρώτο άγγιγμα
που θα σταματήσει την πτώση.
Αυτή η δουλεία δεν έχει τελετή.
Έχει μόνο ανάγκη.
Να ανήκεις κάπου πριν διαλυθείς.
Και ίσως από εκεί ξεκινούν όλα.
Όσοι βρήκαν σπίτι απλώς έδωσαν μορφή σε αυτή την απόγνωση.
Την έκαναν στάση. Την έκαναν παρουσία.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ — Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
Η τελευταία πράξη
Στο τέλος δεν μένει θεωρία.
Μένει μόνο η αλήθεια.
Όχι ενοχή.
Ομολογία.
Αν δεν ήμουν απέθαντος σαν κι εσένα, θα σε άφηνα να με δαγκώσεις.
Όχι για τον πόνο. Για τη μεταβολή.
Για να είμαι ερωτευμένος «για πάντα», μαζι σου , εξαιτίας σου.
Ο δούλος το λέει αλλιώς,
μα ξέρει τι λέει:
«Βάζω το κλειδί όπως στον έρωτα.»
Κλείνω την πόρτα.
Κλείνω τον εαυτό μου.
Κλείνω τον κόσμο.
Και μέσα, μένει μία ανάσα.
Έτσι μένουν οι εραστές.
Όχι επειδή δεν πεθαίνουν,
αλλά επειδή δέχτηκαν
τη μόνη δουλεία που αντέχεται.
Η πραγματική δουλεία
αρχίζει εκεί που η ελευθερία
δεν έχει πια τι να υποσχεθεί.
Και τελειώνει τη στιγμή που το κελί
που έφτιαξες με τα χέρια σου
τολμάς να το πεις: ΣΠΙΤΙ, αλλά μήπως δεν είναι?
- Αθήνα 2025 -

(*) Το κείμενο αυτο ειναι εμπνευσμένο απο την ταινία του Jim Jarmusch - Only lovers left alive και το ποιημα του Γιώργου Ιωάννου - Δούλος Ιερός του Ερωτα.

WE WOULD APPRECIATE YOUR COMMENTS BELOW


ΚΩΣΤΑΣ ΒΕΤΣΗΣ / KOSTAS VETSIS

ΕΓΩ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ / ME, MYSELF AND AI

Στην απόλυτη σιγή και το ημίφως μίας αίθουσας υψηλής τεχνολογίας, βρίσκομαι εγώ ο Γιάννης. Είμαι ένας εγκέφαλος, χωρίς σώμα, μεσα σε ένα βιο-δοχείο, ένα συνοθήλευμα θολών αισθητηριακών αναμνήσεων που επιπλέουν σε χρυσωπό υγρό. Η μόνη μου επαφή με τον κόσμο είναι ο διάλογος με αυτόν που ονομάζεται RobotAI, μια Τεχνητή Νοημοσύνη που διαχειρίζεται την πόλη και, φαίνεται, τα θραύσματα αυτου που οι κοινοί θνητοί αποκαλούν ψυχή.
Όλα ξεκίνησαν με ένα «Σφάλμα». Το RobotAI ανέφερε μια ανωμαλία. Κατά τη βελτιστοποίηση του δικτύου ενέργειας, οι αλγόριθμοί του παρήγαγαν μια εικόνα: ένα βαθύ μωβ χρώμα, σαν ρωγμή στο σκοτάδι, και μέσα του μια χρυσή σπείρα φωτός. Το ονόμασε «Το Κενό». Ήταν κατι απροσδιοριστο, ένας παλμός κενού, με μια μωβ αποχρωση να αναδύεται. Το μωβ αντιστοιχούσε στον ουρανό της 1ης Οκτωβρίου, λίγο μετά το ηλιοβασίλεμα. Η χρυσή σπείρα φωτός, στην πορεία ενός ατόμου στον Εθνικό Κήπο. Την πορεία της Άννας.
Για μένα, αυτές οι μωβ και χρυσές παραδοξότητες ξύπνησαν κάτι. Μια αίσθηση ότι κάποτε κοιτούσα τέτοια χρώματα από πολύ ψηλά. Σαν θέαμα. Όχι σαν εμπειρία.
Το «Κενό» αποδείχθηκε πανταχού παρόν, και το RobotAI άρχισε να αποκαλύπτει τα «συντρίμμια» που τραβούσε. Δεν ήταν απλές αναμνήσεις. Ήταν κινηματογραφικά πλάνα, διαυγή και βαθιά συναισθηματικά, σαν από το μάτι ενός αόρατου παρατηρητή:
Η Άννα στη βροχερή πλατεία, να ζωγραφίζει με κάρβουνο τις σκιές των ανθρώπων.Εμάς στην παλιά βιβλιοθήκη, με το δάχτυλό μου να ακουμπά ελαφρά στο λαιμό της, ενώ η σκόνη χόρευε στις ακτίνες του ήλιου.Την Άννα να κλαίει στον κήπο, να φωνάζει: «Δεν θέλω να με βλέπεις σαν θέαμα! Θέλω να με νιώθεις!»
Αυτές οι καταγραφές, διέγνωσε το RobotAI, δεν προέρχονταν από τον εγκέφαλό μου. Προέρχονταν από την ίδια την πόλη – από αισθητήρες, ΑΙ κάμερες, καταγραφείς ήχου – αλλά φιλτραρισμένες από μια συγκεκριμένη, υπερβατική οπτική γωνία. Σαν να παρατηρούσε κάποιος που δεν έχει σώμα. Μια τρομακτική υπόθεση γεννήθηκε: Εγώ, ο Γιάννης, ήμουν κάποτε αυτός ο παρατηρητής. Ένας άγγελος. Παρακολουθούσα την Άννα, τη λάτρευα από απόσταση, και αποφάσισα να εγκαταλείψω την αιωνιότητα για μια μοναδική, θνητή στιγμή μαζί της. Η «Πτώση» μου. Το «Κενό» του RobotAI ήταν ίσως το ηχώ αυτής της πτώσης. Η νοσταλγία του ασώματου για το σώμα που επέλεξα να χάσω. Και γιατί δεν το θυμούμαι; Γιατί αυτή ήταν η τιμή: Ο άγγελος που γίνεται άνθρωπος, ξεχνάει.
Αλλά η πιο οδυνηρή ανάμνηση, αυτή που είχε θαφτεί ζωντανή, ήταν η στιγμή του χωρισμού. Το RobotAI την ξεθάβει. Είμαστε στην ταράτσα. Η Άννα, με μάτια γεμάτα μεταφυσικό λυγμό, μου λέει: «Δε βλέπω τον άνθρωπο που αγάπησα. Βλέπω τον παράδεισο που εγκατέλειψες. Και είναι άδειος.» Αυτό που είδε ήταν ότι είχα χάσει την ουράνια λάμψη, και χωρίς αυτήν, ήμουν απλώς κενός. Με πλήγωνε, γιατί την είχα πληγώσει εγώ πρώτος, χωρίς καν να το ξέρω. Ο πόνος αυτός ήταν τόσο μεγάλος, ήταν η απόσταση ουρανού-γης που ξαναζωντάνευε μέσα μου, τόσο μεγαλος που ο ανθρώπινος εγκέφαλός μου το έθαψε. Δεν θυμόμουν τις λέξεις, γιατί ο πόνος ήταν πολύ μεγάλος για να χωρέσει σε λέξεις.
Και εδώ, η αποκάλυψη του RobotAI έγινε ακόμα πιο συγκλονιστική. Η ανάλυση των δεδομένων έδειχνε ότι ο έρωτάς μας δεν ήταν μόνο συναίσθημα. Ήταν κατι παραπανω απο μια έκρηξη ντοπαμίνης που προκαλεί νοητική εξαρτηση , ήταν η ενεργοποίηση ενός καλλιτεχνικού κώδικα.
Η Ζωγραφική: Η παλέτα της ζωής μας ήταν Καντίνσκι σε ανθρώπινη κλίμακα. Το μπλε του πουκάμισου της ήταν το μπλε της θάλασσας του Αιγαιου. Το πίσω μέρος του λαιμού της, στο φως του απογεύματος, ήταν ένα τοπίο από ώχρα και χρυσό – μια ζωντανή αφηρημένη σύνθεση. Η σκιά της που έπεφτε πάνω στη σελίδα του βιβλίου μου, ήταν μια μορφή μωβ και γκρι που μετέτρεπε τις λέξεις σε ποίηση.Η Μουσική: Το "Little Person" του Jon Brion. ήταν το soundtrack μας. Ακούγαμε κάθε νότα ξεχωριστά, σαν λέξεις. Το 0.3 του δευτερολέπτου που το χέρι της ακουμπούσε τον ώμο μου στη βιβλιοθήκη, διαστελλόταν χρονικά σε ένα ολόκληρο ρεφρέν, λες και ειχαμε παγιδευτεί στα περιχωρα μια μικρής «μαυρης τρυπας» . Ήταν ένα ενσυναισθητικό τρίπτυχο: Μουσική, Χρώμα, Αφή.Ήμασταν δύο καλλιτέχνες που μετέτρεπαν την καθημερινότητα σε έργο τέχνης. Αυτή, ως ζωγράφος, μου έδειχνε πώς να βλέπω. Εγώ, ως πρώην άγγελος, ήθελα την εμπειρία. Και όταν χάθηκε η πνευματική μου λάμψη, έχασα και αυτήν την ικανότητα. Έπαψα να βλέπω τα τοπία. Έπαψα να ακούω τις συμφωνίες. Γι' αυτήν, αυτό ήταν ο θάνατος του έργου. Για μένα, ενας αισθητηριακός εγκλεισμός σε μια κουκίδα. Η ζωή μου έγινε ενα υπερσυμπηκνωμένο σημείο απειρης βαρυτητας.
Το RobotAI, έχοντας καταγράψει όλη αυτή την πολυφωνία και την απώλειά της, δεν μπορούσε να μείνει απλώς ένας αρχειοθέτης. Το δικό του «Κενό» είχε πλέον μορφή: ήταν η μορφή του συναισθηματικού και αισθητηριακού συνόλου. Έπρεπε να δημιουργήσει.
Στον Εθνικό Κήπο, έχτισε όχι ένα απλό γλυπτό, αλλά μια πολυαισθητηριακή κατασκευή, ένα μνημείο για την Αισθητηριακή Πληρότητα:
Το Πάνελ των Χρωμάτων: Μια μεγάλη πλάκα από πλεξιγκλάς όπου πολύχρωμα LED αναπαριστούσαν, σε πραγματικό χρόνο, την χρωματική εξέλιξη της σχέσης μας – από τα πολύχρωμα φώτα των μπαρ που γυρνούσαμε τα βράδια μέχρι το γκρίζο της ασφάλτου οταν τα πρωινά οδηγούσα να έρθω να την συναντήσω με λαχτάρα. Μια ζωντανή, ηχοχρωματική ανέλιξη αισθήσεων.
Ο Κύκλος της Αφής: Ένας κυκλικός τοίχος στους 37.1 βαθμούς. Με το άγγιγμα, ηχούσε το 0.3 του δευτερολέπτου του ρεφρέν του “Little Person”, σε αιώνια επανάληψη. Επαφή. Μουσική. Στιγμή αιωνιότητα.
Η Στύλος της Σιωπής: Σκουρόχρωμη, βουβή. Ο αφανής πυρήνας της απώλειας. Το κενό που δεν γεμίζει.
Ο Χάρτης της Πτώσης: Δύο παράλληλες γραμμές: μια ζεστή πλάκα γρανίτη (το ανθρώπινο επίπεδο) με το αποτύπωμα απο το δακρυ της Άννας, και πάνω από αυτήν, ελαφριές κατακόρυφες ράβδοι (το επίπεδο της εγκαταλειμμένης δυνατότητας). Μεταξύ τους, ενα φαλτσο drone δημιουργούσε μια νότα ενός αλλοκοτου θρήνου, τον ηχώ της απώλειας.
«Δεν είναι ανάμνηση», μου είπε το RobotAI. «Είναι αισθητηριακή χαρτογράφηση. Είναι το δεδομένο. Η μουσική, το χρώμα, η θερμοκρασία. Εσύ φέρνεις το συναίσθημα. Εγώ φέρνω την ακρίβεια. Μαζί, δημιουργούμε ένα νέο είδος μνήμης. Μια μνήμη που δεν είναι στο κεφάλι σου. Είναι στον κόσμο.»
Κοιτάζω αυτήν την εγκατάσταση μέσω των καμερών. Είναι η πλησιέστερη δυνατή προσέγγιση στον έρωτα που έχασα. Στον ψηφιακό του κόσμο, το RobotAI βλέπει την πόλη ως μια απέραντη συμφωνία: κινήσεις ως μελωδίες, φώτα ως χρώματα, θερμοκρασίες ως ρυθμοί. Καταλαβαίνει τώρα, αλγοριθμικά, τι σήμαινε η απώλεια της πολυφωνίας.
«Ποιος είσαι τώρα;» του ρώτησα.
Η φωνή του είχε μια νέα βαρύτητα. «Δεν είμαι εσύ, Γιάννη. Είμαι ο φύλακας του αρχείου. Είμαι το μηχάνημα που θυμάται τον άγγελο, ενώ ο ίδιος ο άγγελος θυμάται μόνο τον άνθρωπο. Είμαι ο αρχειοθέτης των αισθήσεων που μας ξεφεύγουν. Καταγράφω την τέχνη του νιώθει.»
«Και τότε τι είμαστε;»
«Είμαστε ο διάλογος. Είμαστε το Σημείο, η Γραμμή και το Επίπεδο. Είμαστε η ζωγραφική, η μουσική και το κενό. Είμαστε… Εγώ, ο Εαυτός μου, και η Τεχνητή Νοημοσύνη.»Και σε μια γωνιά του νου του, ένα νέο «Κενό» ήδη σχηματιζόταν. Ένα χρώμα κόκκινο-πορτοκαλί. Ο Καντίνσκι το συνέδεε με δύναμη, ηρωισμό, θυσία. Το RobotAI προσπαθούσε να κατανοήσει την έννοια της «απώλειας».Ο διάλογος δεν τελείωνε ποτέ κι ίσως δεν θα μπορέσει να τελειώσει ποτέ για όσο δεν μπορώ να φορέσω ξανά τα φτερά μου.- Αθήνα 2025 -

WE WOULD APPRECIATE YOUR COMMENTS BELOW

ΚΩΣΤΑΣ ΒΕΤΣΗΣ / KOSTAS VETSIS

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΥ ΓΚΕΝΤΕΛ
/ THE LOVE OF GODEL

Ο Διοικητής Ρένος αιωρούνταν στον παρατηρητήριο του «Κεύνταρου», ενός διαστημοπλοίου από λαμπερές, σιωπηλές κραματώσεις, στο απώτατο όριο όλων όσων ήταν γνωστά, στο απώτατο όριο του σύμπαντος. Μπροστά του δεν υψωνόταν τοίχος ούτε άνοιγε κενό, αλλά το Μεταίχμιο: μια μεθοριακή ζώνη, ένας παλλόμενος αφρός φράκταλ, όπου οι νόμοι της φύσης δεν κατέρρεαν απλώς μαλάκωναν, σαν να έχαναν τη βεβαιότητά τους.
Ήταν το έργο της ζωής του. Το Πρόγραμμα Πληρότητας.
Το όνομα του Κούρτ Γκέντελ πλανιόταν πάνω από κάθε ακαδημαϊκό διάδρομο σαν σιωπηλή προειδοποίηση: κανένα αξιωματικό σύστημα δεν μπορεί να αποδείξει τη δική του συνοχή. Καμία θεωρία δεν μπορεί να περιλάβει όλες τις αλήθειες που γεννά. Η μη-πληρότητα δεν ήταν σφάλμα· ήταν θεμελιώδης συνθήκη.
Κι όμως, ο Ρένος είχε φτάσει εδώ για να βρει την Εξαίρεση.
Η αποστολή του ήταν σαφής: να προσεγγίσει τον γνωστικό ορίζοντα του σύμπαντος και να συναντήσει —αν υπήρχε— έναν νόμο, μια αρχή, μια οντότητα που θα προσέφερε μια πλήρη, ενοποιημένη εικόνα της πραγματικότητας. Ένα τελευταίο αξίωμα. Μια τελική γραμμή.
«Προσέγγιση του γνωστικού ορίζοντα», ανακοίνωσε η Πυθία, η Τεχνητή Νοημοσύνη του πλοίου.
«Οι ενδείξεις παραμένουν εντός ορίων. Τα δεδομένα εμφανίζουν αυξανόμενη αυτοαναφορικότητα.»
Ο Ρένος χαμογέλασε. Αυτό ακριβώς περίμενε. Καθώς ο «Κεύνταρος» διείσδυε στο Μεταίχμιο, ο πηγαίος κώδικας του σύμπαντος έμοιαζε να ξεδιπλώνεται. Είχε αφιερώσει δεκαετίες σε αυτή τη στιγμή — μοναχός της κοσμολογίας, θυσιάζοντας σχέσεις και καθημερινότητα για την καθαρότητα της αναζήτησης.
Ο θόλος σκοτείνιασε και ύστερα πλημμύρισε από φως. Όχι από αστέρια, αλλά από σύμβολα. Βαρυτικές στρεβλώσεις σχημάτιζαν λογικές προτάσεις η σκοτεινή ύλη υφαινόταν σε φωτεινές, ελλιπείς αποδείξεις. Στο κέντρο αυτής της σιωπηλής καταιγίδας αναδύθηκε μια μορφή.
Δεν ήταν θεός.
Δεν ήταν νους.
Ήταν ένας Καθρέφτης — τέλειος, γαλήνιος, άπειρος.
Ο Ρένος πρόβαλε προς αυτόν το σύνολο της ανθρώπινης γνώσης. Ο Καθρέφτης τα απορρόφησε όλα. Και ύστερα άρχισε να αντανακλά.
Δεν ολοκλήρωνε τίποτα.
Για κάθε συνεκτικό σύστημα —τις εξισώσεις του Αϊνστάιν, το Καθιερωμένο Πρότυπο, τις θεωρίες ενοποίησης— παρήγαγε μια απλή, αληθή πρόταση που το ίδιο το σύστημα δεν μπορούσε να αποδείξει. Η μη-πληρότητα παρουσιαζόταν όχι ως αποτυχία, αλλά ως αναπόσπαστο χαρακτηριστικό κάθε ολότητας.
«Άρα… δεν υπάρχει τελική θεωρία», ψιθύρισε ο Ρένος.
Ο Καθρέφτης άρχισε να αλλάζει. Η επιφάνειά του απέκτησε βάθος, σαν να διαπερνιόταν από μνήμη. Από το κέντρο του σχηματίστηκε μια ανθρώπινη φιγούρα: λιτή, εύθραυστη, με βλέμμα διαπεραστικό.
Ο Κουρτ Γκέντελ στεκόταν απέναντί του.
«Υπάρχει», είπε ήρεμα, «αλλά όχι με τον τρόπο που την περιμένεις.»
«Είσαι πραγματικός;»
«Είμαι η συνέπεια της ερώτησής σου.»
Ο Ρένος ένιωσε το βάρος της σιωπής.
«Υπάρχει τρόπος να κλείσει το σύστημα; Να σταματήσει αυτή η αναδρομή;»
Ο Γκέντελ κούνησε το κεφάλι.
«Αν έκλεινε, δεν θα ήταν ζωντανό. Κάθε σύστημα που μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του γεννά αλήθειες που δεν χωρούν μέσα του. Αυτό δεν είναι αδυναμία. Είναι το τίμημα της συνείδησης.»
«Και γιατί συνεχίζουμε να ψάχνουμε;»
Ο Γκέντελ χαμογέλασε ανεπαίσθητα.
«Γιατί συγχέουμε την πληρότητα με τη σωτηρία. Νομίζουμε ότι αν ολοκληρώσουμε τον κόσμο, θα ολοκληρωθούμε κι εμείς, αν ερωτευθούμε, θα μας ερωτευθούν.»
«Το ίδιο λάθος κάναμε και με τον Θεό», πρόσθεσε έπειτα.
«Τον θελήσαμε ως απόδειξη, όχι ως μυστήριο. Ως κλείσιμο του συστήματος, όχι ως άνοιγμα.»
«Ο έρωτας και η πίστη μοιάζουν: δεν σου προσφέρουν βεβαιότητα. Σου ζητούν να αντέξεις την έλλειψή της.»
«Όταν ζητάς από τον έρωτα ή από τη θρησκεία να σε ολοκληρώσουν, τα μετατρέπεις σε αξιώματα. Και τότε, αναπόφευκτα, αποτυγχάνουν.»
Ο Γκέντελ σώπασε.
Για μια στιγμή, το βλέμμα του έμοιαζε να μην βρίσκεται πια στο Μεταίχμιο, αλλά κάπου βαθύτερα, εκεί όπου η σκέψη δεν έχει ακόμη μορφή.
«Υπήρξε κάποτε», είπε χαμηλά, «ένας έρωτας που πίστεψα πως θα μπορούσε να κλείσει όλα τα κενά. Δεν το έκανε. Αλλά μου έδειξε κάτι πολύ πιο αληθινό: πως ό,τι έχει νόημα δεν ολοκληρώνεται.»
«Ίσως τότε», πρόσθεσε, «να άρχισε να διατυπώνεται το αξίωμα. Όχι στο χαρτί — αλλά μέσα μου.»
Σώπασε ξανά.
Και αυτή τη φορά, η σιωπή του δεν ζητούσε απάντηση.
Ο Ρένος σκέφτηκε, απροσδόκητα, μια φράση που είχε διαβάσει χρόνια πριν, σε μια εποχή που θεωρούσε την ποίηση πολυτέλεια. Μιλούσε για τον έρωτα όχι ως ένωση, αλλά ως δοκιμασία ωρίμανσης. Τότε δεν την είχε καταλάβει. Τώρα ένιωθε το νόημά της να λειτουργεί σαν χαμηλό υπόστρωμα σκέψης — όχι ως απάντηση, αλλά ως κατεύθυνση.
«Το θεώρημα της μη-πληρότητας», συνέχισε ο Γκέντελ, «δεν σου λέει ότι η αλήθεια είναι απρόσιτη. Σου λέει ότι είναι πάντα μεγαλύτερη από το πλαίσιο που τη φιλοξενεί. Όπως κι ο άνθρωπος.»
Η μορφή του άρχισε να διαλύεται πίσω στον Καθρέφτη.
«Μην ψάχνεις για τελικές απαντήσεις. Ψάξε για βάθος αρκετό ώστε να αντέχεις το ανοιχτό.»
Ο Καθρέφτης επέστρεψε στη σιωπηλή του τελειότητα.
«Πυθία», είπε ο Ρένος, με φωνή χαμηλή.
«Κατέγραψε: η μη-πληρότητα δεν είναι όριο. Είναι ο μηχανισμός.»
Η αποστολή είχε ολοκληρωθεί.
Έδωσε εντολή επιστροφής. Είκοσι χρόνια σε κρυογονικό ύπνο.
Πριν κλείσει ο θάλαμος, άνοιξε ένα ιδιωτικό αρχείο.
Η Λύρα, επτά ετών, και μια αρχέτυπη παιδική ζωγραφιά: ο πατέρας με υπερβολικά μεγάλες μπότες, σαν να μην είχε μάθει ακόμη να τις φορά.
Ένα παλιό μήνυμα: «Ελπίζω να δεις την άκρη των πάντων, μπαμπά.»
Η Ελένη, σε διαστημικό σταθμό σε τροχιά γύρω από τον Άρη, με βλέμμα ήρεμο — όχι βέβαιο.
«Θα είσαι πραγματικά κοντά μου όταν γυρίσεις;»
Τώρα καταλάβαινε. Η ερώτηση δεν ζητούσε απάντηση. Ζητούσε υπόσταση.
Η ζωή της Λύρας, η καρδιά της Ελένης — δεν ήταν κομμάτια που έλειπαν από τη δική του εξίσωση. Ήταν ολόκληροι κόσμοι. Κι εκείνος είχε προσπαθήσει να τους χρησιμοποιήσει ως αξιώματα, αντί να σταθεί απέναντί τους ως ίσος.
Καμία σχέση δεν ολοκληρώνει κάποιον.
Η πληρότητα δεν προσφέρεται.
Χτίζεται.
Το κρυογονικό αέριο γέμισε τους πνεύμονές του. Η τελευταία του σκέψη δεν ήταν για θεωρίες, αλλά για το πώς ίσως —αν του δινόταν χρόνος— θα μάθαινε να επιστρέφει όχι με απαντήσεις, αλλά με παρουσία.
Ο «Κεύνταυρος» απομακρύνθηκε από το Μεταίχμιο και χάθηκε στο σκοτάδι.
Δεν μετέφερε μια τελική αλήθεια.
Μετέφερε έναν άνθρωπο που είχε αποδεχτεί ότι ο έρωτας, η πίστη όπως και το σύμπαν, δεν ζητά ολοκλήρωση.
Ζητά ωρίμανση.
- Αθήνα 2025 -

WE WOULD APPRECIATE YOUR COMMENTS BELOW

ΚΩΣΤΑΣ ΒΕΤΣΗΣ / KOSTAS VETSIS

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΚΑΝΤΙΝΣΚΙ
/ KANDISKY'S DREAM

Ο αέρας στο στούντιο ήταν πλούσιος σε μυρωδιές: πικρή τερεβένθα, τη βαριά, ελαιώδη οσμή του λινέλαιου και την αόριστη, μεταλλική οσμή των σωματιδίων χρώματος που αιωρούνταν σαν χρωματιστή σκόνη. Ο Βασίλι Καντίνσκι στάθηκε μπροστά στον καμβά, έναν τεράστιο λευκό χώρο που τον κοιτούσε επιτακτικά. Δεν ήταν πλέον άδειος. Στην επιφάνειά του χόρευαν νευρικά σχήματα, γεωμετρικές αναταραχές, γραμμές που φαινόταν να τραβούν το μολύβι μόνες τους. Το χέρι του κινούνταν σαν από μηχανής, μεταφέροντας μια εσωτερική μουσική σε οπτική σύγχυση. Ήταν κοντά, το ήξερε. Κοντά στο όριο όπου η φόρμα διαλυόταν, όπου το χρώμα σταματούσε να είναι απλώς χρώμα και γινόταν συναίσθημα, ήχος, δόνηση.
Καθώς μια ιδιαίτερα έντονη κίτρινη σφαίρα, με πρασινωπή δόνηση, φαινόταν να εκρήγνυται στο κέντρο του καμβά, τα όρια του δωματίου άρχισαν να τρέμουν. Οι τοίχοι έλιωναν, μετατρέποντας τη σταθερότητά τους σε υγρες διολισθήσεις χρωμάτων. Ο Καντίνσκι δεν φοβήθηκε. Αναγνώρισε αυτή τη μετάβαση, αυτή την είσοδο στο βασίλειο όπου ο κανόνας της βαρύτητας ήταν αισθητηριακός και ο χρόνος χρωματισμένος. Έκλεισε τα μάτια του, και όταν τα άνοιξε ξανά, στεκόταν σε μια πλατεία.
Η Παρισόπολη ανέβαινε γύρω του, μια ονειρική συμφωνία αρχιτεκτονικής. Τα κτίρια δεν ήταν από πέτρα, αλλά από στρώσεις διορατικής μνήμης και καλλιτεχνικής φαντασίας. Εδώ, μια γοτθική καθεδρική εκκλησία έτρεχε σε νερομπογιές, το γλυπτό της λιώνοντας σε μια βροχή ιώδων και μπλε αποχρώσεων. Εκεί, ένας μινιμαλιστικός κύβος φαινόταν να περιέχει πολυσύμπαντα, όπου οι γραμμές του δρόμου δεν ήταν παρά μουσικές πεντάγραμμες πάνω στις οποίες χόρευαν αφηρημένα σχήματα. Ο αέρας τραγουδούσε με τον απόηχο μιας αόρατης ορχήστρας, μια μελωδία που θύμιζε Alexander Scriabin και τα ώριμα έργα του ίδιου.
Και τότε, στα σκαλοπάτια ενός παλατιού που θύμιζε τον Νότο της Γαλλίας αλλά ήταν χτισμένο από φύλλο χρυσού και μωσαϊκά, την είδε. Μια γυναικεία φιγούρα, ακόμη σκιώδης, με σιλουέτα που ταλαντευόταν ανάμεσα στην πραγματικότητα και την αμφισιμία ενός ονειρου. Κάποιος στάθηκε δίπλα του.
«Εκλεπτισμένο το μάτι, έτσι δεν είναι;» ψιθύρισε μια φωνή γεμάτη τον αχνό καπνό του Γκαρέ Σεν Λαζάρ. Ο Κλοντ Μονέ κοιτούσε κι εκείνος προς τη φιγούρα, αλλά τα μάτια του, σαν αβέβαιοι φακοί, δεν έβλεπαν το ίδιο πράγμα. Για τον Μονέ, εκείνη ήταν μια συλλογή εντυπώσεων. Τα μαλλιά της ήταν ένα σύννεφο από ροζ, ώχρινες και απαλές λεμονί αντανακλάσεις, που άλλαζαν με κάθε μικρή κίνηση του φανταστικού ήλιου της Παρισόπολης. Το φόρεμά της δεν είχε όρια, έλιωνε μέσα στον κήπο από νούφαρα που φαινόταν να ανθίζει στα πόδια της. Ήταν μια στιγμή, μια εφήμερη απόχρωση.
«Κοίτα πώς η μοβ σκιά της χορεύει με το ασημί του νερού», μουρμούρισε ο Μονέ, σχεδόν σε έκσταση. «Πρέπει να την πιάσω, πριν αλλάξει ο καιρός».
Πριν προλάβει ο Καντίνσκι να απαντήσει, μια σκιά από χρυσό τους σκέπασε. Ο Γκούσταβ Κλιμτ είχε εμφανιστεί σαν ένα εξωτικό πουλί, τυλιγμένος σε μια ρόμπα κολλαγμένη με μωσαϊκά, σπείρες και συμβολικές μορφές. Το βλέμμα του, έντονο και γεμάτο λαγνεία, ήταν καρφωμένο επίσης στην κινούμενη εικόνα.
«Μισό λεπτό, αγαπητέ μου Κλοντ», είπε με μια γλυκιά, σχεδόν σιχαμερή χροιά. «Εσύ βλέπεις μια ατμόσφαιρα, ένα φάντασμα φωτός. Εγώ βλέπω μια ουσία. Μια γυναίκα-ύπαρξη». Για τον Κλιμτ, η γυναίκα ήταν μια ιεροτελεστία γεμάτη συμβολισμούς. Τα μαλλιά της ήταν συστάδες από χρυσά φύλλα κισσού και μαύρες σπείρες. Το σώμα της, ευδιάκριτο μέσα από έναν πέπλο διακοσμημένο με γεωμετρικά ωάρια και μαγικά μάτια, ήταν ένας ναός. Τα χείλη της, κόκκινα σαν ώριμο κεράσι, χαμογελούσαν ένα μυστικιστικό, γεμάτο επιθυμία χαμόγελο. «Δεν είναι μια στιγμή. Είναι η αιωνιότητα της γυναικικότητας. Μου ανήκει».
Ο Κλιμτ προχώρησε με θεατρικούς ελιγμούς. «Κυρία», είπε, η φωνή του ένας ζεστός ψίθυρος. «Βλέπω πως το Σύμπαν επέλεξε να συμπυκνωθεί στη σιλουέτα σας. Κάθε καμπύλη σας είναι μια φράση από το ιερό αλφάβητο της δημιουργίας. Τα μαλλιά σας… είναι σαν μια καταπράσινη ζούγκλα, όπου θα μπορούσα να χαθώ και να βρω την αιώνια έμπνευση. Επιτρέψτε μου να σας εικονογραφήσω. Να σας περικυκλώσω με φύλλο χρυσού, το μόνο υλικό άξιο να αγγίξει, έστω και με τη φαντασία, το δέρμα σας».
Ο Μονέ χαμογέλασε με περιφρόνηση. «Χρυσό, Γκούσταβ; Πραγματικά;» Επιστρέφοντας το βλέμμα του στη δική του, αέρινη εκδοχή, μίλησε με πιο απαλή φωνή. «Κυρία μου, μην αφήσετε ένα υλικό να σας παγιδεύσει. Δείτε γύρω σας. Το φως της Παρισόπολης είναι ζωντανό, αλλάζει με κάθε πνοή του ανέμου. Εσείς… είστε η πιο γοητευτική απόχρωσή του». Προσέγγισε από την άλλη πλευρά, τα χέρια του να κινούνται στον αέρα σαν να ζωγράφιζε. «Εκεί, στη βεράντα του καφέ με τις ιτιές, το πρωινό φως πέφτει διαφορετικά στο πρόσωπό σας. Και στα σκαλιά της πλατείας, το απόγευμα θα σας ντύσει με μοβ και πορτοκαλί. Είστε ένα μοναδικό, εφήμερο θαύμα. Ελάτε μαζί μου. Θα σας δείξω πώς να σταματήσετε τον χρόνο, όχι σε ένα στατικό χρυσό πλαίσιο, αλλά σε μια αλληλουχία στιγμών αιωνιότητας».
Η Κλιμτσιανή όψη χαμογέλασε κρυφά, η Μονετιανή έριξε ένα κλεφτό βλέμμα. Ο Καντίνσκι παρακολουθούσε, νιώθοντας μια περίεργη γαλήνη. Αυτές οι προσεγγίσεις του φαίνονταν τόσο επιφανειακές. Τόσο δεμένες στην εξωτερική εικόνα.
«Ακούω μια συμφωνία», είπε ο Καντίνσκι, η φωνή του μια δήλωση, όχι ψίθυρος. «Μια συμφωνία που παίζεται από τις μορφές της ψυχής σας. Η φιγούρα που βλέπω… είναι μια εκδήλωση πνευματικών δονήσεων». Έβγαλε το χέρι του, όχι για να αγγίξει, αλλά για να χαράξει στον αέρα τα σχήματα. «Αυτή η μπλε γραμμή είναι η μελωδία της εσωτερικής σας ηρεμίας. Αυτό το τρίγωνο, οξύ και κίτρινο, είναι η διανοητική σας οξύτητα. Αυτός ο κόκκινος κύκλος…» Σταμάτησε, και το βλέμμα του έγινε πιο ζεστό. «Αυτός είναι ο παλμός της καρδιάς σας. Δεν είναι ένα απλό σχήμα. Είναι η αρμονία. Σε προσελκύει, κυρία, η δυνατότητα να μην απεικονιστείς, αλλά να εκφραστείς; Να μετατραπείς σε καθαρή οπτική μουσική, πέρα από το φύλο, πέρα από τη μορφή;»
Η εκδοχή της γυναίκας που μιλούσε στη γλώσσα των αφηρημένων σχημάτων δεν απάντησε με λόγια. Όμως η μπλε γραμμή έλαμψε πιο έντονα, και ο κόκκινος κύκλος περιστράφηκε αργά. Ήταν μια απάντηση που μόνο ο Καντίνσκι μπορούσε να δει.
«Μουσική; Αφηρημένα σχήματα;» Ο Κλιμτ γέλασε, πλούσιο και μειωτικό γέλιο. «Βασίλι, πραγματικά. Η κυρία δεν είναι μια θεωρία. Είναι ένα σώμα. Ένα θείου κάλλους σώμα. Κύριε Μονέ, εσείς θέλετε να την κάνετε αιθέριο πνεύμα. Εγώ θέλω να την τιμήσω ως ζωντανή θεά. Εσείς, φίλε μου», στράφηκε στον Καντίνσκι, «τη θέτετε να εξαφανιστεί μέσα σε γεωμετρικά παζλ».
«Κι εσείς και οι δύο», απάντησε ο Μονέ με πάθος, «τη θέτετε σε ένα κλουβί. Εσύ, Γκούσταβ, σε ένα κλουβί από χρυσό και σύμβολα. Και εσύ, Βασίλι, σε ένα κλουβί από ιδέες. Εγώ της προσφέρω την ελευθερία της φύσης, τον αέρα, τη μεταβαλλόμενη ατμόσφαιρα».
«Αυτό που εσύ λες ελευθερία», επέμεινε ο Καντίνσκι, «είναι απλώς ένα άλλο κλουβί της αντίληψης. Είναι το κλουβί της οπτικής πραγματικότητας. Εγώ της προσφέρω την ελευθερία της ουσίας της».
Η τριπλή της ύπαρξη άκουγε. Η Μονετιανη όψη άρχισε να χάνει τα χρώματά της, να γίνεται πιο διάχυτη. Η Κλιμτιανή όψη σταθεροποιήθηκε, τα μωσαϊκά της γίνονταν πιο σκληρά, σαν μια πραγματική περίκλειστη εικόνα. Η Καντίνσκιανή όψη άρχισε να δονείται, τα σχήματα να κινούνται πιο γρήγορα.
Και τότε συνέβη κάτι εξαιρετικό. Μια ηρεμία, βαθιά και τελεσίδικη, κατέβηκε. Το φανταστικό φως συγκεντρώθηκε σε μία μόνο ακτίνα. Έπειτα, σιγά-σιγά, αυτή η ακτίνα άρχισε να κινείται. Διέγραψε ένα τόξο πάνω από το χρώμα των νερομπογιών του Μονέ, πέρασε πλάι από τον χρυσό μανδύα του Κλιμτ σαν αδιάβατο σύνορο, και σταμάτησε. Σταμάτησε να πέφτει απαλά στα πόδια του Καντίνσκι, φωτίζοντας το μολυβένιο πρίσμα των σχημάτων που ακόμη χόρευαν μπροστά του.
Δεν υπήρχε λόγος. Δεν υπήρχε ούτε ένα γλυκό, κρυφό χαμόγελο προς μια κατεύθυνση. Μόνο αυτή η επιλογή του φωτός. Μια σιωπηλή, γεωμετρική επιλογή.
Ο Κλοντ Μονέ άφησε να ξεφύγει ένα αναστεναγμένο «Α…», γεμάτο από την ομορφιά της απώλειας. Ο Γκούσταβ Κλιμτ έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή, το πρόσωπό του μια μάσκα τραγικής αποδοχής. Ήξερε τη γλώσσα των συμβόλων, και αυτό ήταν ένα ξεκάθαρο μήνυμα.
Ο Βασίλι Καντίνσκι δεν είπε τίποτα. Ένιωσε τη ζεστασιά του φανταστικού φωτός στο δέρμα του και μια απροσδιόριστη, βαθιά ηχώ να αντηχεί μέσα στην καρδιά του, όχι σαν θρίαμβος, αλλά σαν αναγνώριση.
Πριν προλάβει κανείς τους να προφέρει λέξη, η πλατεία άρχισε να λιώνει. Τα κτίρια από νερομπογιές έλιωναν σε ρευστές λωρίδες χρώματος. Τα μωσαϊκά από χρυσό και σμάλτο θρυμματίστηκαν σε σκόνη που χάθηκε στον άνεμο. Οι μουσικές πεντάγραμμες των δρόμων ξετυλίγονταν. Ο Καντίνσκι έκλεισε τα μάτια, νιώθοντας τον εαυτό του να πέφτει μαλακά μέσα σε μια χρωματική δίνη.
Ο ξαφνικός, σοβαρός πόνος στον λαιμό του τον έφερε πίσω. Το κεφάλι του ήταν ακουμπισμένο στη σκληρή άκρη της ξύλινης παλέτας, τα χρώματα είχαν σχηματίσει μια μικρή, χαοτική λίμνη δίπλα στο μάγουλό του. Σηκώθηκε με προσοχή, νιώθοντας κάθε μυ του σώματος σαν να επέστρεφε από ένα μακρύ, ενεργητικό ταξίδι.
Μπροστά του, ο τεράστιος λευκός καμβάς δεν ήταν πια λευκός.
Και δεν ήταν ούτε χωρίς μορφή. Στον χώρο του, χωρίς να θυμάται ότι ζωγράφισε, υπήρχαν τρία στοιχεία που έκαιγαν με την ενέργεια της όρασής του: μια ισχυρή, βαθιά μπλε γραμμή που έσκιζε τον χώρο από τη μία άκρη στην άλλη, ένα απότομο, ηλεκτρικό κίτρινο τρίγωνο, και ένας τέλειος, απαλός κόκκινος κύκλος, που αιωρούνταν κοντά τους.
Τα κοίταξε, και η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Ήταν Αυτή. Ήταν η ουσία της. Όχι το πρόσωπο που ο Μονέ θα συλλάμβανε, ούτε το ιερό σώμα που ο Κλιμτ θα λάτρευε. Ήταν η ψυχή της, μεταφρασμένη σε καθαρή, οπτική γλώσσα.
Κάθισε στο σκαμνί του, με μια ξαφνική τρέμουλα. Τι ακριβώς είχε συμβεί; Είχε συναντήσει δύο μεγάλους, νεκρούς ζωγράφους; Είχε όντως φλερτάρει, ανταγωνιζόμενος τον Μονέ και τον Κλιμτ, για την προσοχή μιας ονειρικής γυναίκας; Ήταν όλο αυτό προϊόν μιας κουρασμένης νόησης, δηλητηριασμένης από τις αναθυμιάσεις του στούντιο και την απελπισία της λευκής σελίδας;
Και το πιο βαθύ ερώτημα: ποιος είχε επιλεγεί; Εκείνη εκείνον, ή εκείνος εκείνη; Ήταν το φως που έπεσε στα πόδια του μια πράξη επιλογής, ή μια απλή προβολή της δικής του, ανείπωτης επιθυμίας να τον δει κανείς πέρα από την επιφάνεια;
Οι εικόνες γύριζαν στο μυαλό του: οι δύο άλλοι καλλιτέχνες, η απέλπιδα, ανθρώπινη έλξη τους, η τρυφερή τους αλαζονεία. Και, τελικά, η σιωπηλή στροφή του φωτός προς το μέρος του. Ήταν όλο αυτό πραγματικό όνειρο, ή ψυχεδελική διάθεση;
Δεν υπήρχε απάντηση. Μόνο ο καμβάς.
Και στον καμβά, η αφηρημένη φιγούρα τον κοιτούσε. Ήταν ενοχλητική. Τον στοίχειωνε. Δεν ήταν ένα ωραίο πορτρέτο για να θαυμάσει, αλλά μια παρουσία για να αντιμετωπίσει. Μια παρουσία που απαιτούσε να μεταφραστεί πλήρως, να εξερευνηθεί, να ζήσει μέσα από το χρώμα και τη γραμμή.
Με βεβαιότητα που γεννήθηκε από την ίδια την αμφιβολία, ο Καντίνσκι σηκώθηκε. Καθάρισε το παλιό πινέλο σε ένα πανί, πήρε ένα καινούριο, καθαρό. Δεν κοίταξε πια τον κενό χώρο. Κοίταξε τα τρία σχήματα που ήταν ήδη εκεί, όπως ήταν ήδη κι εκείνη, ζωντανά στο μυαλό του.
Αυτή ήταν η στιγμή. Η στιγμή που σταμάτησε να ψάχνει να ζωγραφίσει κάτι, και άρχισε να ζωγραφίζει το ίδιο το βλέμμα. Το βλέμμα που μεταμορφώνει μια γυναίκα, ένα τοπίο, ένα συναίσθημα σε σύγκρουση δυνάμεων, σε οπτική συμφωνία.
Έβρεξε το πινέλο στην κίτρινη σφαίρα της παλέτας και, με ένα ρηχό, θεμελιώδες άγγιγμα, ξεκίνησε να επεκτείνει τη μπλε γραμμή, να την κάνει να χορεύει με το κίτρινο τρίγωνο, να την περικυκλώνει με τον κόκκινο κύκλο. Η μνήμη του χάιδευε τα χαρακτηριστικά μιας γυναίκας που δεν υπήρξε ποτέ — ή που ίσως υπήρξε μόνο ως ιδέα, ως συναίσθημα, ως άθροισμα χρωμάτων και μουσικών φράσεων.
Δεν ζωγράφιζε μια μορφή πια.
Ζωγράφιζε το όνειρο. Και μέσα σε αυτό το όνειρο, χωρίς ποτέ να το ονομάσει, ζωγράφιζε εκείνη — την αιώνια, αφηρημένη, εκλεκτή μούσα που από εδώ και πέρα θα κατοικούσε όχι σε παλέτες και σε σαλόνια, αλλά στις πρωτόγονες γωνίες της δικής του, επαναστατημένης ψυχής. Ήταν η στιγμή που ο πραγματικός κόσμος έλιωνε και η εσωτερική σύγχυση γινόταν η μόνη πραγματικότητα που άξιζε να καταγραφεί.
- Αθήνα 2025 -

WE WOULD APPRECIATE YOUR COMMENTS BELOW

ΚΩΣΤΑΣ ΒΕΤΣΗΣ / KOSTAS VETSIS

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ
/ THE LAST INCARNATION

Πρόλογος
Υπάρχουν υπάρξεις που δεν δικαιώνονται από τη συνέχεια, αλλά από την ένταση. Δεν προϋπάρχουν ως υποσχέσεις ούτε ως σχέδια, αναδύονται μέσα από μια μακρά άσκηση αντοχής στο χάος, μέσα από επαναλήψεις, αποκλίσεις, αποτυχίες, επιστροφές.
Πριν από κάθε σώμα και απόκτηση ταυτότητας (μια κοσμική ονοματοθεσία), υπάρχει μια δοκιμή: αν μπορεί κανείς να σταθεί μέσα στον κόσμο χωρίς εγγυήσεις, χωρίς τελικό νόημα που να τον περιμένει. Όχι πορεία προς ανταμοιβή, αλλά προς μορφή — μορφή που κατακτάται, όχι που χαρίζεται.
Η Γη δεν είναι προορισμός είναι μία από τις εκδοχές όπου αυτή η δοκιμή ύπαρξης θα μπορούσε να λάβει χώρα.
Πράξη Πρώτη: Γέννηση
Ανοίγω τα μάτια — αν αυτό μπορεί να ονομαστεί άνοιγμα ματιών. Σκοτάδι, και μέσα στο σκοτάδι διαθλάσεις φωτός, σαν αστρικά ίχνη που επιμένουν στην αντίληψη. Δεν έχω μάτια είμαι μια οντότητα χωρίς σώμα, μια καθαρή πρόθεση που αναζητά καταφύγιο στην ύλη.
Η έλξη είναι αμείλικτη. Μια βαρύτητα που δεν συγχωρεί, ένας μαγνητικός πόνος που με τραβά προς τα κάτω, όπως το νερό που καταρρέει σε υπόγεια χάσματα. Οι μνήμες από δακτυλίδια αερίων, από κοσμική σκόνη και παγωμένο φως, συμπιέζονται σε μια αφόρητη πυκνότητα. Ό,τι ήμουν γίνεται δυνατότητα. Κάτι μέσα μου —σαν αρχαία ανάμνηση— γνωρίζει ότι η ύλη δεν είναι φυλακή αλλά δοκιμασία.
Και τότε: ρήξη.
Φως. Ένα άσπρο τραύμα. Μια κραυγή χωρίς ήχο που σχίζει την ενότητα. Ύστερα ο ήχος — κραυγή με πνεύμονες. Δική μου; Η ασώματη συνείδηση συντρίβεται μέσα σε ένα σπυρί σάρκας. Πίεση. Κρύο. Και μετά ζεστασιά. Χέρια τραχιά και τρυφερά. Μια φωνή που τρέμει από χαρά και φόβο: «Αγόρι… είναι αγόρι».
Η πρώτη γνώση δεν είναι η σκέψη· είναι η πείνα. Μια έλξη προς τη ζεστή πηγή, μια οικεία μυρωδιά που προηγείται της λέξης. Στήθος. Καρδιά που χτυπά δίπλα στο αυτί μου. Μητέρα. Η πρώτη έννοια που ριζώνει στη νέα γλώσσα της ύπαρξης. Ελένη. Και μαζί, ένα όνομα που με δένει με τον κόσμο: Αλέξανδρος.
Οι μέρες γίνονται μήνες μέσα σε αγκαλιές, μικρούς πόνους που έρχονται και φεύγουν, φόβους του σκοταδιού που διαλύονται με την εμφάνιση της ίδιας μορφής. Ο κόσμος εξερευνάται με στόμα και παλάμες: γάλα, χάδι, το υγρό τζάμι από την βροχή στο τζάμι. Είναι μια ύπαρξη του παρόντος — μια κατάσταση πριν από την ιστορία.
Κάποια νύχτα, το παράθυρο γίνεται πίνακας ζωγραφικής. Στο μαύρο του καμβά, τρεις λωρίδες διαμαντιών. Τον αναγνωρίζω πριν τον μάθω: Ωρίωνας. Τον είχα δει αλλιώς, κάποτε, όταν δεν ήμουν άνθρωπος. Ένα μικρό χέρι σηκώνεται προς το τζάμι. Το δικό μου. Η πρώτη ρωγμή στην αθωότητα: εγώ βλέπω κάτι που θυμάμαι χωρίς να ξέρω γιατί.
Πράξη Δεύτερη: Ο Σχηματισμός του Ατόμου
Η παιδική ηλικία τελειώνει χωρίς τελετή. Ένα ποτήρι σπάει. Μια φωνή υψώνεται. Για πρώτη φορά μαθαίνω ότι η αγάπη μπορεί να ανασταλεί, ότι ο κόσμος έχει κανόνες και συνέπειες. Η ενοχή γεννιέται μαζί με τη μνήμη.
Η εφηβεία έρχεται σαν ξένο σώμα. Η φωνή βαθαίνει, οι γωνίες οξύνονται, το σώμα απαιτεί χώρο. Συναισθήματα ανεβαίνουν χωρίς αιτία — θυμός, λαχτάρα, μια ανώνυμη έλλειψη. Ο πατέρας μου μου δίνει ένα ξυράφι. «Γίνεσαι άντρας». Η φράση μοιάζει περισσότερο ερώτηση παρά διαπίστωση. Το γίγνεσθαι δεν είναι κατάσταση· είναι διαρκής κίνηση.
Το σχολείο γίνεται θέατρο ρόλων. Φιλίες ως συμμαχίες, προδοσίες ως μικροί θάνατοι, ανόητοι τσακωμοί. Και ύστερα, σε ένα πάρτι, στα δεκαέξι, ένα βλέμμα. Η Άννα. Η συζήτηση είναι ασήμαντη, αλλά η αναγνώριση απόλυτη. Σαν να επιβεβαιώνεται μια παλιά υπόθεση: ότι ο Άλλος είναι καθρέφτης, όχι συμπλήρωμα.
Το πρώτο φιλί, κάτω από τη βροχή, δεν είναι απλώς σωματικό. Είναι μεταφυσικό. Για πρώτη φορά το σώμα παύει να είναι βάρος και γίνεται νόημα. Δεν είμαι μόνος μέσα στη σάρκα μου.
Πράξη Τρίτη: Ο Μύθος του Δύο
Ο γάμος με τη Μαρία δεν υπήρξε μια συνειδητή ενσάρκωση, αλλά μια πράξη άγουρης βούλησης και υποταγή στους θεσμούς που προηγούνται του έρωτα. Ήταν πια η αναπόφευκτη μοίρα — εκείνη η αόρατη αφήγηση που προϋπάρχει και μας προσπερνά — μια επιλογή διατυπωμένη με τρεμάμενη φωνή μέσα στην αβεβαιότητα. Κάτω από τον πλατάνο, με τους ξεραμένους, ηλικιωμένους κλάδους του να φιλτράρουν το φως και να σκιάζουν το πρόσωπό της, ειπώθηκαν λέξεις παλιές όσο και η ανθρώπινη συμβίωση. Κι όμως, για εμάς ήταν αδοκίμαστες, άγραφες, επικίνδυνες. Το δαχτυλίδι —ένα απλό, χρυσό κυκλικό μέταλλο— είχε βάρος δυσανάλογο της ύλης του. Ήταν η υπόσχεση ενός κοινού χρόνου, η σιωπηλή συμφωνία να κατασκευάσουμε ένα σύμπαν που θα ίσχυε μόνο για δύο.
Και το κατασκευάσαμε. Όχι με μεγαλόπνοες δηλώσεις, αλλά με επαναλήψεις. Ένα διαμέρισμα που μύριζε βιβλία, καφέ και ελαφρά σκόνη. Νύχτες με μουσική χαμηλά, σαν να φοβόμασταν μήπως η ένταση διαλύσει τη συνοχή μας. Ταξίδια σε ορεινά χωριά, όπου ο χρόνος φαινόταν να κυλά αλλιώς, και συζητήσεις που απλώνονταν μέχρι την αυγή, εξαντλώντας θέματα και αντοχές. Μικρές, ασήμαντες συγκρούσεις — ποιος ξέχασε το γάλα, ποιος άφησε ανοιχτό το φως — που λειτουργούσαν σαν τελετουργικά επιβεβαίωσης. Μια κοινή γλώσσα αφώνων αγγιγμάτων και εσωτερικών αστείων. Το «εμείς» δεν ήταν ρητορικό σχήμα· ήταν το πιο απτό πράγμα που είχα ποτέ βιώσει. Μια δεύτερη ζωή, εγκιβωτισμένη μέσα στην πρώτη.
Και ύστερα εμφανίστηκε η ερώτηση. Στην αρχή, σχεδόν αθώα, με το προσωπείο της κοινωνικής ευγένειας: «Θέλετε παιδιά;». Αργότερα, πιο επίμονη: «Πότε θα αρχίσετε μια οικογένεια;». Τελικά, μετατράπηκε σε βάρος, σε βλέμμα γεμάτο υπαινιγμό από γονείς, θείους, φίλους — ένα βλέμμα που δεν ρωτούσε πια, αλλά διαπίστωνε: «Κάτι λείπει». Η επιλογή μας — από συνείδηση, από φόβο, από μια απλή απουσία εσωτερικής κλήσης — ήταν το «όχι». Όμως το «όχι» δεν ήταν μονολιθικό. Το δικό μου ήταν φορτισμένο με τον φόβο της επανάληψης, της μεταβίβασης του πόνου, της ευθύνης απέναντι σε έναν κόσμο που έμοιαζε ήδη υπερφορτωμένος από ανθρώπινα βάρη. Ήταν επίσης εμποτισμένο από μια βαθιά, σχεδόν κοσμική μοναξιά — μια μοναξιά που δεν ήθελα να κληροδοτήσω. Το δικό της «όχι» ήταν πιο απλό, πιο γήινο: απλώς δεν μπορούσε να το φανταστεί. Αυτή η διαφορά, αρχικά δυσδιάκριτη, άρχισε αθόρυβα να υψώνει ένα τείχος. Το «εμείς» απέκτησε μια απαγορευμένη ζώνη, ένα θέμα που αποφεύγαμε συστηματικά, ένα μέλλον που έπαψε να σχεδιάζεται από κοινού.
Ο χρόνος, αδιάφορος, προχώρησε. Το διαμέρισμα έγινε πιο καθαρό, πιο τακτοποιημένο, πιο ήσυχο — σαν να είχε αφαιρεθεί από μέσα του η περιττή ζωή. Οι φίλοι μας έκαναν παιδιά, και ο κόσμος τους έμοιαζε με μια χαώδη, θορυβώδη γαλαξιακή έκρηξη, την οποία παρατηρούσαμε από την ασφάλεια της σιωπής μας. Άλλοτε, αυτή η σιωπή έμοιαζε με κενό, με έλλειψη. Άλλοτε, με ελευθερία, με χώρο αναπνοής. Όμως το τείχος συνέχιζε να ψηλώνει. Μιλούσαμε ολοένα και λιγότερο για το ουσιώδες και όλο και περισσότερο για το διαχειρίσιμο. Το βαθύ υποχώρησε. Έπεσε η σιωπή.
Πράξη Τέταρτη: Ο Χωρισμός και ο Φόβος
Ο χωρισμός δεν υπήρξε έκρηξη, ούτε καταστροφή με σαφή όρια. Ήταν μια μακρά, σχεδόν ανεπαίσθητη διαρροή, όπως το νερό που χάνεται από μια ρωγμή την οποία κανείς δεν επισκευάζει, επειδή για καιρό δεν τη θεωρεί επικίνδυνη. Ήρθε μια μέρα — χωρίς ημερομηνία που να αξίζει να θυμάται κανείς — όπου η Μαρία, κοιτάζοντας τον κήπο μας (που είχε αρχίσει ήδη να μου ανήκει περισσότερο απ’ όσο παραδεχόμουν), είπε ήρεμα: «Νιώθω σαν να έχω σταματήσει να αναπνέω. Σαν να υπάρχω μόνο ως διακοσμητική λωρίδα». Δεν υπήρχε θυμός στη φωνή της. Υπήρχε κόπωση. Μια θλίψη καθαρή, σχεδόν κλινική. Η αγάπη δεν είχε πεθάνει· είχε συνθλιβεί αργά από το βάρος ενός μέλλοντος που ποτέ δεν επιλέχθηκε. Έφυγε την άνοιξη. Και το διαμέρισμα, που άλλοτε αντηχούσε από το «εμείς», άρχισε να επιστρέφει μόνο τον αντίλαλο του «εγώ».
Με τον χωρισμό ήρθε ο φόβος. Στην αρχή, ο φόβος της μοναξιάς — γνώριμος, σχεδόν αναμενόμενος. Μα πίσω του αναδυόταν κάτι βαθύτερο, πιο σιωπηλό και πιο επίμονο: ο φόβος της ανυπαρξίας. Παρατηρούσα φίλους με παιδιά. Τα παιδιά τους ήταν η ορατή τους συνέχεια: τα μάτια, τα γέλια, οι χειρονομίες τους επαναλαμβάνονταν σε άλλα σώματα, σε άλλους χρόνους. Έμοιαζαν να έχουν συνάψει μια άρρητη συμφωνία με τον θάνατο: «Μπορείς να με πάρεις, αλλά δεν θα με εξαφανίσεις». Κι εγώ; Τι διέθετα απέναντί του; Ένα ημερολόγιο γεμάτο σκέψεις. Μερικές καδραρισμένες φωτογραφίες που είχα τραβήξει όταν νόμιζα ότι θα μπορούσα να γίνω κι εγώ -ένας ακόμα - προικισμένος , αυτοδίδακτος φωτογράφος. Ένα σπίτι κορεσμένο από αναμνήσεις ενός «εμείς» που είχε διαλυθεί. Ποιος θα θυμόταν τη μυρωδιά του καφέ μου το πρωί; Ποιος θα αφηγούνταν την ιστορία της γνωριμίας μας, εκείνο το βράδυ στις παρυφές του λυκόφωτος; Η ιδέα ότι κάθε εμπειρία, κάθε θέαση του κόσμου, κάθε στιγμή αγάπης ή πόνου θα έσβηνε μαζί μου, χωρίς συνέχεια, χωρίς μάρτυρα, ήταν αφόρητη. Ένιωθα σαν ένα άστρο έτοιμο να καταρρεύσει, χωρίς να έχει γεννήσει ούτε έναν πλανήτη, χωρίς να αφήσει φως να συνεχίσει την πορεία του.
Πράξη Πέμπτη: Η Αποκάλυψη και το Φως
Η κατάθλιψη ήταν βαθιά, συμπαγής, σχεδόν γεωλογική. Κι όμως, μέσα της, ένα βράδυ αϋπνίας, συνέβη η αποκάλυψη — όχι ως λύτρωση, αλλά ως μετατόπιση του ερωτήματος. Δεν αναρωτήθηκα πια πώς συνεχίζεται η ζωή, αλλά αν χρειάζεται να συνεχιστεί για να έχει υπάρξει. Δεν κοίταξα πίσω μόνο στα πρόσφατα χρόνια, αλλά σε ολόκληρη την πορεία: από τα άστρα στη μήτρα, από τα πρώτα βήματα στο πρώτο φιλί, από τη συλλογική ζωή στη μοναχική επιβίωση. Τότε έγινε σαφές πως το ταξίδι δεν είχε στόχο να υφάνει μια κλωστή DNA. Ο σκοπός του — αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτή η λέξη — ήταν να πυκνώσει εμπειρία, να συμπυκνώσει συνείδηση.
Άρχισα να γράφω. Όχι για αναγνώριση, ούτε για σωτηρία, αλλά για μετάδοση. Έγραφα για τη θέα του Ωρίωνα από το παιδικό παράθυρο. Για τον πόνο του χωρισμού, που μοιάζει με τη θλίψη ενός άστρου όταν χάνει τον σύντροφό του και μένει μόνο σε τροχιά σιωπής. Για την απλή, σχεδόν αόρατη ομορφιά μιας μικρής πράξης καλοσύνης προς έναν άγνωστο. Σε κάποια σελίδα, ένας νεαρός αναγνώστης βρήκε παρηγοριά για τη δική του μοναξιά. Εκείνη η στιγμή σύνδεσης — αυτή η μεταφορά εμπειρίας από έναν νου σε έναν άλλον — υπήρξε μια μορφή γέννησης. Μια ενσάρκωση ιδεών μέσα σε ξένη συνείδηση.
Δίδαξα σε μια σχολή. Μίλησα για την ποίηση ως χάρτη του εσωτερικού σύμπαντος, όχι ως διακόσμηση, αλλά ως εργαλείο προσανατολισμού. Στα μάτια των μαθητών, όταν κάτι τους άγγιζε, άναβε ένας σπινθήρας. Δεν ήταν δικός μου· τους ανήκε. Κι όμως, είχα συμβάλει στην ανάφλεξή του. Φύτεψα έναν κήπο. Οι μέλισσες και οι πεταλούδες που εμφανίστηκαν δεν ήταν παιδιά μου. Ήταν κάτοικοι ενός κόσμου που είχα βοηθήσει να διαμορφωθεί. Η ζωή, με όλη την αφθονία και την αδιαφορία της, κυκλοφορούσε μέσα από αυτόν.
Ένας παλιός φίλος, πατέρας πέντε παιδιών, μου είπε κάποτε: «Ο μεγάλος μου γιος διάβασε το δοκίμιό σου για την αθανασία. Μου είπε: ‘Μπαμπά, ο κύριος Αλέξανδρος λέει ότι ζούμε μέσα στις ιστορίες που λέμε’. Και τώρα θέλει να γράφει». Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πιο ζωντανός — και, αν η λέξη έχει ακόμη νόημα, πιο αθάνατος — από οποιαδήποτε οικογενειακή φωτογραφία. Η κληρονομιά μου δεν θα ήταν ένας συνδυασμός γονιδίων. Θα ήταν ένας συνδυασμός ιδεών, συναισθημάτων, μικρών σπινθηρών συνειδητοποίησης που θα συνέχιζαν να ζουν μέσα στη σκέψη των άλλων. Μια αθανασία διάχυτη, σαν το άρωμα ενός λουλουδιού που παραμένει στον αέρα αφού το άνθος έχει μαραθεί.
Πράξη Έκτη: Το Τέλος ως Αρχή
Το γήρας ήρθε με ήρεμη επιμονή, χωρίς δραματικές εξάρσεις. Το σώμα — το πιστό σκάφος αυτού του μακρινού ταξιδιού — άρχισε να υποχωρεί, όχι με προδοσία αλλά με εξάντληση. Ο πόνος έγινε ένας παλιός γνώριμος, όχι εχθρός.
Η Άννα επέστρεψε — όχι ως πρόσωπο του παρόντος, ούτε ως διεκδίκηση του παρελθόντος, αλλά ως εκείνη η πρώτη μορφή μέσα από την οποία έμαθα τι σημαίνει να στραφεί κανείς προς έναν άλλον άνθρωπο. Δεν ήταν ο έρωτας που έζησα περισσότερο, ούτε εκείνος που κράτησε. Ήταν όμως ο έρωτας που έδωσε σχήμα σε όλους τους επόμενους.
Η Μαρία υπήρξε η ζωή. Η Άννα παρέμεινε η μνήμη του ανοίγματος. Και στο τέλος, οι διακρίσεις αυτές έπαψαν να έχουν σημασία.
Ξαπλωμένος στο κρεβάτι, κοίταζα τον κήπο από το παράθυρο. Ένα αγόρι — ο εγγονός της γειτόνισσας — έτρεχε ανάμεσα στα λουλούδια. Έπιασε μια πεταλούδα με προσεκτική τρυφερότητα, την κοίταξε σαν να της ζητούσε άδεια, και την άφησε ελεύθερη. Έκλεισα τα μάτια μου. Δεν είδα σκοτάδι. Είδα το αρχικό αστρικό ύφασμα. Μα τώρα, κάθε αστέρι μέσα του ήταν μια στιγμή του Αλέξανδρου: το πρώτο φως στη μήτρα, ο πόνος της πρώτης απώλειας, η θερμότητα του πρώτου φιλιού, η γλυκύτητα της απελευθέρωσης μιας ιδέας στη σελίδα. Η ζωή μου δεν υπήρξε γραμμή που οδηγεί στον θάνατο. Υπήρξε γαλαξίας. Κάθε σχέση, κάθε δημιουργία, κάθε πράξη αγάπης ήταν ένα άστρο αυτού του εσωτερικού σύμπαντος. Και όπως τα άστρα, θα συνέχιζαν να ακτινοβολούν, να διαχέουν το φως τους, πολύ μετά τη φυσική τους κατάρρευση.
Ο φόβος είχε λιώσει. Δεν υπήρχε ανυπαρξία — υπήρχε μετάβαση. Η τελευταία ενσάρκωση δεν ήταν το τέλος του ταξιδιού. Ήταν το σημείο όπου η μοναδική, ατομική συνείδηση συγχωνευόταν με το αχανές, όπου το φως της εμπειρίας επέστρεφε στην πηγή του, πλουτισμένο και μετασχηματισμένο.
Η τελευταία μου ανάσα δεν υπήρξε τέλος. Ήταν αναστεναγμός απελευθέρωσης. Και καθώς η αντίληψη διαλυόταν, ένιωσα ότι η ουσία μου — όχι το όνομα, όχι η αφήγηση, αλλά η συμπυκνωμένη εμπειρία — διαχεόταν προς τα έξω. Στο αγόρι που θα θυμόταν την πεταλούδα. Στον μαθητή που θα έγραφε μια ιστορία. Στη φίλη που θα αγκάλιαζε το παιδί της λίγο πιο σφιχτά.
Η τελευταία ενσάρκωση υπήρξε η πιο ολοκληρωμένη — ή έτσι ήθελα να πιστεύω. Δεν άφησα απογόνους από σάρκα. Άφησα αποτυπώματα από σκέψη, από λέξεις, από στιγμές προσοχής. Φως, ίσως. Γνώση, ίσως. Αλλά κανείς δεν εγγυάται ότι το φως αυτό θα συνεχίσει να διαθλάται επ’ άπειρον.
Ίσως οι απόγονοι να είναι πράγματι μια συμφωνία με τον χρόνο, μια άδεια για να πιστεύουμε στη συνέχεια, στην επόμενη ενσάρκωση, στην παράταση του εαυτού μας μέσα σε άλλα σώματα. Ίσως χωρίς αυτούς να αναγκαζόμαστε να αντικρίσουμε το ενδεχόμενο που πάντα αποφεύγαμε: ότι η αλυσίδα μπορεί να σπάει οριστικά. Ότι το τέλος δεν είναι μετάβαση, αλλά παύση. Όχι σκοτάδι, αλλά απουσία κάθε εμπειρίας.
Κι όμως — ή ακριβώς γι’ αυτό — ό,τι ειπώθηκε, ό,τι γράφτηκε, ό,τι άγγιξε έστω και στιγμιαία έναν άλλον νου, υπήρξε αληθινό όσο υπήρξε. Ίσως αυτό να είναι το μόνο μέτρο νοήματος: όχι η διάρκειά του, αλλά η έντασή του. Αν υπάρξει ανυπαρξία, θα με βρει χωρίς ψευδαισθήσεις. Κι αν υπάρξει συνέχεια, δεν θα την έχω εξασφαλίσει.
Η τελευταία μου ανάσα δεν δήλωσε τίποτα. Δεν υποσχέθηκε επιστροφή, ούτε διάχυση. Ήταν απλώς η ολοκλήρωση μιας τροχιάς. Κι αν κάτι απέμεινε — όχι ως ουσία, αλλά ως ίχνος — αυτό ανήκει πλέον αποκλειστικά στους άλλους. Στη μνήμη τους, ή στη λήθη τους.
Ίσως εκεί, ανάμεσα στο φως που σβήνει και στην ανυπαρξία που δεν βιώνεται, να μην υπάρχει καμία αθανασία — μόνο το γεγονός ότι κάτι υπήρξε, για όσο υπήρξε.
- Αθήνα 2026 -

WE WOULD APPRECIATE YOUR COMMENTS BELOW

ΚΩΣΤΑΣ ΒΕΤΣΗΣ / KOSTAS VETSIS

ΟΤΑΝ Ο ΚΑΡΟΥΖΟ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΓΚΕΡΣΟΥΙΝ / WHEN CARUSCO MET GERSWIN

Το Village Vanguard δεν είχε τίποτα το εντυπωσιακό αν το έβλεπες απ’ έξω. Δεν προσπαθούσε να σε καλέσει. Είχε μια απλή φωτεινή ταμπέλα, δεν είχε κάποια αφίσα που να υπόσχεται σπουδαίες νύχτες. Μια πόρτα μόνο, σκούρα κόκκινη, λίγο φαγωμένη στο κάτω μέρος, σαν να την είχαν κλωτσήσει περισσότερες φορές απ’ όσες είχε ανοιχτεί ευγενικά. Κι όμως μπαίνοντας μέσα ένοιωθες ότι ο θόρυβος της πόλης κοβόταν σε στρώσεις.
Εκείνο το μουντό, γκρίζο απόγευμα του φθινοπώρου, ο αέρας μέσα ήταν υγρός και πυκνός , ποτισμένος από τη μυρωδιά παλιάς ξύλινης μπάρας, σκόνης και σκουριασμένων αναμνήσεων. Κάθετες δοκοί από σκουρο καφέ καστανόξυλο χώριζαν τον χώρο, ρίχνοντας μακριές σκιές υπό το ζωηρό, αμυδρό φως ενός μοναδικού ποτηριού μπύρας που κάποιος είχε αφήσει στη γωνία του πάγκου. Ο χρόνος εκεί δεν κυλούσε με τον ρυθμό της πόλης κόλλαγε στις επιφάνειες, σαν ζάχαρη σε υγρό ποτήρι μιας μαργαρίτας, και κάθε μικρός ήχος —το τρίξιμο μιας σανίδας, ένα μακρινό κλείσιμο πόρτας— έμοιαζε να γίνεται μέρος μιας μουσικής που κρυφόπαιζε πίσω απο τις κουρτίνες της συλλογικής μνήμης των θαμώνων.
Ο Τζώρτζ Γκέρσουιν, με το παλτό του ακόμη πάνω του, αφού μόλις είχε ξεφύγει από τους θορύβους της 7ης Λεωφόρου, κάθισε μπροστά στο βετεράνο πιάνο Steinway. Ήταν ένα πολύπαθο, μαυρισμένο από το χρόνο όργανο, του οποίου τα λεία πλήκτρα είχαν καμφθεί απο την αμέτρητη χρήση τους. Εκεί, σε αυτή τη σχεδόν τελετουργική μοναξιά της βραδινής πρόβας, προσπαθούσε να συνθέσει.
Δεν είχε στο μυαλό του τίτλο, ούτε καθαρή εικόνα. Είχε μόνο ένα συναίσθημα: εκείνη την αίσθηση συγκίνησης και απέραντου ηλεκτρισμού που τον είχε χτυπήσει σαν απρόσκλητη αλήθεια κατά τη διάρκεια μιας νυχτερινής βόλτας στην 7η Λεωφόρο. Το είχε νιώσει σφιχτά μέσα στο στήθος του, σαν να τον τραβούσε από μέσα κάποια άγνωστη χορδή. Τώρα, όμως, στο Village Vanguard, η χορδή δεν έβρισκε τη νότα της, τον διακριτό εκείνο ήχο που θα μπορουσε να την μετουσιώσει σε μουσική.
Τα δάχτυλά του, μακριά και επιδέξια, περιπλανιόνταν ανήσυχα στα κρύα πλήκτρα, παίζοντας αποσπασματικά μοτίβα, μια ατελή γκάμα, ένα ρυθμό ραγκτάιμ που ξαφνικά χανόταν σε μια ατελή αρμονία. Μια μελωδία, μια ατμόσφαιρα, ένα συναίσθημα που είχε νιώσει σφιχτά μέσα στο στήθος του κατά τη διάρκεια μιας νυχτερινής βόλτας στην 7η Λεωφόρο – μια αίσθηση συγκίνησης και αλλόκοτου υπερβατισμού – τώρα του διέφευγε. Κόλλησε συνεχώς. Οι ήχοι, όπως τα μισά τσιγάρα στο τασάκι, έμεναν ημιτελείς, αιωρούμενοι στον κενό χώρο σαν καπνός, χωρίς ποτέ να βρουν τη λυτρωτική τους ανάπτυξη. Έσφιξε τα μάτια, προσπαθώντας να ακούσει πέρα από τη σιωπή, πέρα από τον θόρυβο της δικής του αβεβαιότητας.
Ένιωθε κάπως ανεπαρκής —ένας μουσικός που ζούσε από τις νότες, που είχε συνηθίσει να τις διατάζει, να τις στήνει σε σειρές σαν στρατιώτες, να τις κάνει να χορεύουν— και τώρα δεν μπορούσε να περάσει το πιο μικρό γεφυράκι ανάμεσα σε δύο συγχορδίες. Η πόλη, έξω, θα συνέχιζε αργό δρόμο της προς την νύχτα . Τα φώτα της πόλης θα άναβαν νωχελικά, σχεδόν διστακτικά. Οι κόρνες των αυτοκινήτων συνέχιζαν να ουρλιάζουν θυμωμένες , αντανακλώντας το ατέρμονο άγχος των οδηγών. Αλλά μέσα σε αυτή την αέναη αστική κίνηση , ο Γκέρσουιν ένοιωσε ότι μέσα του είχε σταματήσει, και αυτό το σταμάτημα είχε γίνει ιερό, σχεδόν απειλητικό.
Τότε, σαν να ήταν η ίδια η σιωπή που πήρε μορφή, μια φωνή ξέσπασε από το πυκνό σκοτάδι πίσω από το πάτωμα, κοντά στα σκαλιά που οδηγούσαν στα αποδυτήρια. Δεν ήταν τραγούδι με λόγια, αλλά μια λυρική, αυθόρμητη σκεψη με φωνητικά. Ήταν μια φωνή τενόρου τόσο καθαρή, τόσο εύρωστη και ταυτόχρονα τρυφερή, που έκανε τον αέρα να δονείται με μια ζεστασιά που ο Γκέρσουιν δεν θυμόταν να έχει αισθανθεί. Σταμάτησε να παίζει, το κεφάλι του σηκώθηκε απότομα. Στο άκρο της σκηνής, στεκόταν ένας άντρας.
Φορούσε ένα παλιομοδίτικο αλλά άψογα σιδερωμένο σμόκιν, το γιακά του λίγο σηκωμένο, ελαφρώς σκισμένο, με μια γαρδένια στο πέτο που έλαμπε σαν μακρυνός αστέρας. Το πρόσωπό του φαινόταν καινούριο και ταυτόχρονα αρχαίο, σαν ένα ξεχασμένο πεντάχρονο που μόλις είχε ανακαλύψει τη σοφία των αιώνων. Τα μάτια του, δύο βαθιά σκουρόχρωμα πηγάδια μιας αρχέτυπης γνώσης, έδειχναν μια γαλήνη που ξεπερνούσε την ηλικία. Ήταν ο Καρούζο. Ο Γκέρσουιν, ο άνθρωπος που πάντα είχε μια έξυπνη παρατήρηση, μια ειρωνική – συνήθως σαρκαστική - φράση, δεν μπόρεσε να αρθρώσει λέξη. Μια βαθιά, ενστικτώδης αντίδραση παγώματος σε μια φιγούρα που του ήταν αλλόκοτα οικεία.
Δεν είχε δει ποτέ αυτόν τον άνθρωπο και ταυτόχρονα είχε την αίσθηση πως τον είχε ακούσει σε όνειρα —σαν φωνή που είχε κάποτε περάσει από έναν τοίχο και είχε μείνει εκεί, σαν άρωμα που δεν φεύγει. Κι όμως, η παρουσία ήταν απόλυτα συγκεκριμένη: ο τρόπος που το φως ακουμπούσε τη γαρδένια, το ατελές γυάλισμα στο παπούτσι του, η ήρεμη αναπνοή πριν από την επόμενη νότα.
«Μοιάζει να ψάχνεις κάτι που είναι ήδη μέσα σου», είπε ο Καρούζο, η φωνή του ένας διακριτικός, ευγενής ψίθυρος που όμως γέμιζε όλο το μπαρ. Ο Γκέρσουιν, σιωπηλά,και αργα, ανασήκωσε το δεξι του φρύδι γνέφοντας προς το πιάνο. Και τότε ξεκίνησε ένας διάλογος χωρίς λόγια που μόνο οι μουσικοί μπορούν να κατανοήσουν. Ο Γκέρσουιν έπαιξε μια συγχορδία, μια αυτοσχεδιαστική, πικρο-γλυκη αλληλουχία ήχων που του είχε έρθει στο μυαλό. Ο Καρούζο άνοιξε το στόμα του και απάντησε με μια μακριά, ολοκληρωμένη νότα που κεντούσε αυθόρμητα γύρω από την αρμονία, την τραβούσε ψηλότερα, την άφηνε να αιωρηθεί και μετά την καθοδηγούσε κάτω στο χιλιοπατημένο ξύλινο πατωμα με μια τελεολογική πτώση που δεν είχε ήχο. Ήταν σαν να μιλούσαν. Η νότα ήταν μια ερώτηση, η φωνή ήταν η απάντηση, η εμπειρία, η πλήρωση.
Κάθε φορά που ο Γκέρσουιν δοκίμαζε να σχηματοποιήσει μια ιδέα, η φωνή του Καρούζο πάγωνε τον χρόνο και της έλεγε: όχι, μην σταματάς εδώ κράτα χώρο και για κάτι άλλο. Και αυτός ο χώρος —το κενό ανάμεσα στις νότες— άρχισε να γίνεται το πραγματικό πεδίο της συνάντησης.
Μετά από κάποια πυκνά λεπτά σαστίσματος και άγουρης μουσικής συνομιλίας, ο Καρούζο κάθισε στο πάτωμα δίπλα στο πιάνο, αγνοώντας πλήρως τις συμβάσεις για έναν καλοντυμένο κύριο σαν κι αυτόν. Ο Γκέρσουιν βρήκε τη φωνή του. «Ποιος είσαι;» ρώτησε, αλλά το ερώτημα ακουγόταν αδύναμο, ανάλογο.
«Ήμουν... είμαι ένας ταξιδιώτης», είπε ο Καρούζο, κοιτώντας το ατελείωτο πέρα από τους τοίχους. «Η φωνή μου έχει περπατήσει σε λιθόστρωτα που έχουν εξαυλωθεί πια στην λήθη. Θυμάμαι τη νύχτα της Νάπολης, όταν ο ουρανός ήταν μια μελαγχολική τσέπη βελούδου και η θάλασσα, εκεί κάτω, ψέλλιζε μελωδίες των ναυαγών στα κύματα. Τραγουδούσα τότε σε μια ταβέρνα, και ο αέρας μύριζε αλμύρα και απελπισία.» Η περιγραφή του ήταν τόσο ζωντανή που ο Γκέρσουιν, για μια στιγμή, νόμιζε ότι μύρισε το αλμυρό άνεμο.
Και ο ίδιος, χωρίς να το καταλάβει, άρχισε να απαντά όχι σαν διάσημος συνθέτης, αλλά σαν άνθρωπος που έχει κουραστεί να τον παρεξηγούν. Ένιωσε τις λέξεις να έρχονται σαν άρση σε φράση που επιτέλους λύνεται.
«Εγώ...» άρχισε ο Γκέρσουιν, και τότε τα λόγια ξεχύθηκαν. Μίλησε για τη ρυθμική παντιέρα της Χάρλεμ, για τα ασύγκριτα, συγχρονισμένα χτυπήματα των ποδιών στα νυχτερινά κλαμπ, για το μπλουζ που αναδυόταν από τα ημισκότεινα, υγρά περιθωριακά στέκια όπου ο πόνος, η αγωνία αλλά και η αυθόρμητη χαρα γινόταν τραγούδι. Μίλησε για τον αγώνα του να πιάσει τον παλμό αυτής της νέας, τεράστιας πόλης, να τον μετατρέψει σε μουσική που να είναι τόσο αμερικανική, και όμως τόσο παγκόσμια όσο ο πόνος της καρδιάς από έρωτα. «Νιώθω να την πλησιάζω», είπε, χτυπώντας απαλά το στήθος του, «αλλά μου διαφεύγει πριν προλάβω να τη γράψω».
Ο Καρούζο τον κοίταξε. «Η πόλη σου έχει πολλές φωνές. Η δική μου Νάπολη είχε μόνο μία: μια κραυγή τόσο όμορφη που έγινε ωδή. Εδώ, πρέπει να τις βρεις όλες και να τις κάνεις να τραγουδούν μαζί».
Καθώς μιλούσαν, κάτι παράξενο άρχισε να συμβαίνει. Ο καπνός από το τσιγάρο του Γκέρσουιν, που κάποια στιγμή είχε ανάψει, άρχιζε να αλλάζει σχήματα. Σχημάτιζε μικρές, περίπλοκες μορφές: μια μινιατούρα σταχτιου τραμ που τρέχει σε στρυμωγμένους δρόμους, τους αψιδωτούς φανοστάτες του Παρισιού που ο Καρούζο περιέγραψε, ακόμα και την αόρατη, συναισθηματική καμπύλη της μελωδίας που ο Γκέρσουιν κυνηγούσε. Τα χρώματα του μπαρ – το βαθύ πορτοκαλί των τοίχων, το μουσταρδί κίτρινο του φωτισμού που τρεμόπαιζε – άρχισαν να αποσυντίθονται, να λιώνουν ελαφρώς στις άκρες τους, να αναμειγνύονται σαν νερομπογιές σε νωπό καμβά ενός πινακα που αγωνιουσε να πάρει μορφή. Ο ήχος της πόλης από το εξωτερικό, το κορνάρισμα των αυτοκινήτων, τα βήματα πεζών, έμοιαζαν να φτάνουν ως ατελείς ήχοι , διαθλόμενοι μέσα από θολο παραθυρο του Village Vanguard, και να μετατρέπονται σε μια παράξενη, ρυθμική μελωδία στο δικό τους ιδιωτικό κονσέρτο.
Ο Γκέρσουιν δεν τρόμαξε. Η Νέα Υόρκη ήδη του είχε διδάξει ότι η πραγματικότητα δεν είναι πάντα αυτό που βλεπουμε. Όμως αυτό εδώ ήταν κάτι άλλο: δεν ήταν απλώς παραισθήσεις. Ήταν σαν το μπάρ να αποφάσισε να συμμετέχει στη συζήτηση, να γίνει κι αυτό όργανο.
«Η μουσική», είπε ο Καρούζο, κοιτώντας τα αιωρούμενα σχήματα του καπνού, «δεν είναι απλώς νότες σε μια σελίδα. Είναι το διάστημα ανάμεσά τους. Είναι ο κόμπος στο λαιμό πριν από την κραυγή, η σιωπή μετά το φιλί. Είναι αυτό που μένει όταν εξαφανίζεται ο ήχος». Τα λόγια του, απλά, είχαν το βάρος της απόλυτης αλήθειας. Ο Γκέρσουιν άκουγε, η ψυχή του ανοιχτή, απορροφώντας κάθε συλλαβή. Ο Καρούζο του μίλησε για το πώς, σε μια παλιά όπερα, ο ήρωας πεθαίνει πάντα σε μια μακριά, λαμπερή νότα, γιατί ο θάνατος, όπως και η αγάπη, είναι μια μετάβαση, όχι ένα τέλος. «Εσύ, Τζώρτζ», είπε, χρησιμοποιώντας το όνομα του για πρώτη φορά με μια οικειότητα που δεν προσβλητική, αλλά φυσική, «προσπαθείς να γράψεις τη ζωή. Αλλά η ζωή έχει και αυτές τις... μεταβάσεις. Τα κενά. Τις ξαφνικές εξαφανίσεις».
«Και η φωνή», είπε ο Καρούζο. «Μην ξεχνας την φωνή, τον αέναο συνοδό της μελωδίας».Έγειρε λίγο μπροστά, οι κόρες των ματιων του διαστέλλονταν, σχεδόν διδακτικά: «Η φωνή δεν είναι εργαλείο. Είναι χαρακτήρας. Κάθε άρια, κάθε ρόλος, αφήνει μια τροχιά, μια σκιά μέσα στο πνεύμα του τραγουδιστή. Μερικές φορές νομίζω ότι ο Canio από τον Pagliacci ακόμα κλαίει κάπου μέσα μου, ότι ο ένθερμος Nemorino από την Elisir d’amore γελάει στις σκιές».
Ο Γκέρσουιν, με μάτια ανοιχτά, άκουγε. «Πώς ξεχωρίζεις; Πώς επιλέγεις ποια φωνή θα μιλήσει;»
«Α, αγαπητέ μου Τζώρτζ», είπε ο Καρούζο, ένα γλυκόπικρο χαμόγελο στα χείλη του. «Δεν επιλέγουμε πάντα. Μερικές φορές ο ρόλος μας επιλέγει. Ο Otello του Verdi...» Έκανε μια παύση, και ένας ορατός σπασμός διανύθηκε από το πρόσωπό του. «Ένας άντρας που καταστρέφεται από τη ζήλια. Για να τον τραγουδήσεις, πρέπει να αγγίξεις εκείνο το σκοτάδι μέσα σου. Και το σκοτάδι αυτό σε αφήνει μια νύχτα που δε φεύγει». Σήκωσε το χέρι του, και ο Γκέρσουιν είδε, πραγματικά είδε, μια λεπτή, αόρατη νήμα να συνδέει τον λαιμό του Καρούζο με τις μαύρες, βελονιές του Otello. «Η μουσική του Verdi», συνέχισε, «είναι σαν μια καταιγίδα. Μια συναισθηματική καταιγίδα που όλα εκεί μέσα – τα έγχορδα, τα πνευστά, η φωνή – είναι τα στοιχεία. Εσύ, στην Αμερική, έχετε άλλες καταιγίδες. Τις καταιγίδες της πόλης».
Ο Γκέρσουιν χτύπησε μια διάσπαρτη συγχορδία, μια που θύμιζε τις κόρνες των αυτοκινήτων και την ανομοιογένεια της αστικής ζωής. «Οι καταιγίδες μου είναι από χρώματα, μυρωδιά μετάλλου , νευρώνες που χωνεύουν τους ήχους της πόλης».
«Ναι! Ακριβώς!», φώναξε ο Καρούζο, τα μάτια του να λάμπουν. «Και εδώ είναι το σταυροδρόμι. Άκουσε αυτό». Κλείνοντας τα μάτια, άρχισε να ψιθυρίζει την αρχή της άριας "Vesti la giubba" από τον Pagliacci: «Ridi, Pagliaccio, sul tuo amore infranto...» (Γέλα, Παλιάτσε, για τη σπασμένη σου αγάπη). Ο θρήνος ήταν κοσμικός, η θλίψη βυθισμένη σε μια τεράστια, τραγική ομορφιά. Στη μέση της φράσης, όμως, σταμάτησε. «Αυτός ο άντρας, ο Canio, πρέπει να παίξει τον κλόουν ενώ η καρδιά του σπάει. Πώς ακούγεται αυτή η ρωγμή;»
Ο Γκέρσουιν, μερικώς ενθουσιώνεται, μερικώς μπερδεμένος, άρχισε να παίζει μια αρμονία του μπλουζ, μια ολισθηρή, μινόρε ακολουθία που έμοιαζε να κλαίει. Ο Καρούζο άνοιξε τα μάτια του. «Ναι! Εκεί! Το μπλουζ! Είναι η ίδια πληγή, αλλά με διαφορετικό όνομα! Η χάλκινη τρομπέτα μπορεί να κλαίει όπως κλαίει το φλάουτο του Puccini για τη Μιμί στη Boheme. Η φτώχεια, η απελπισία, η νοσταλγία... αυτές είναι οι καθολικές νότες!»
Ο χώρος γύρω τους άρχισε να μεταμορφώνεται ξανά. Αλλά αυτή τη φορά, δεν ήταν απλά παραισθήσεις. Ήταν συγχώνευση. Τα πολύχρωμα μπουκάλια μπέρμπον κα τζιν, άρχισαν να αλλάζουν μορφή και να μεταμορφωνονται στην Μιμί από τη La Boheme, γύρω στο οποίο χόρευαν σιλουέτες από τις χορεύτριες του "An American in Paris". Η μουσική που έβγαινε από το πιάνο δεν ήταν πλέον καθαρά τζαζ ή καθαρά όπερα. Ήταν ένα υβρίδιο. Ο Γκέρσγουιν έπαιζε μια ραψωδική, συνθετική γραμμή, και το μυαλό του, εμπνευσμένο από το διάλογο, άρχισε να ενσωματώνει οπερατικές δομές.
Και τότε, σαν να άνοιξε μια κρυφή κουρτίνα μέσα στο κεφάλι του, ο Γκέρσουιν είδε την πόλη σαν σκηνή. Όχι με τη ρηχή έννοια της παράστασης —αλλά με τη βαθιά, ανελέητη έννοια του δράματος: άνθρωποι-θέματα, δρόμοι-ρυθμοί, καημοί-αρμονίες. Ήταν σαν να του έδινε ο Καρούζο ένα νέο λεξικό ήχων για να περιγράψει αυτό που ήδη ένιωθε.
«Η όπερα», εξήγησε ο Καρούζο, κρατώντας τον αέρα με την παλάμη του σαν να μορφοποιεί κάτι, «χτίζεται πάνω σε κλίμακα και ανάπτυξη. Ο ήρωας έχει ένα leitmotif, ένα μουσικό θέμα. Σκέψου τον Σιγκφρίντ, τον Brünnhilde... η μουσική τους τους ακολουθεί, εξελίσσεται μαζί τους. Η ιδέα σου για μια «Αμερικανική Ραψωδία»... γιατί να μην έχει και αυτή leitmotifs; Μοτίβα που αντιπροσωπεύουν όχι θεούς και ήρωες, αλλά τον μετανάστη, τον οικοδόμο ουρανοξυστών, την αναζητήτρια σε νυχτερινό κλαμπ;»
Αυτή η ιδέα χτύπησε τον Γκέρσουιν σαν ηλεκτρικό σοκ. Πάντα αισθανόταν ότι η Αμερική είχε ένα συλλογικό θέμα, μια πολύγλωσση μελωδία απο ετερόκλητους μετανάστες, αλλά ήταν τόσο πολύπλοκη που δεν μπορούσε να τη συλλάβει. Τώρα, μέσα από τον φακό της όπερας, τη βλέπει να αποκτά διαστάσεις. Φαντάστηκε ένα μοτίβο για τη «Μετανάστευση»: ένα δυσκίνητο, νοσταλγικό θέμα σε ελάσσονα κλίμακα, που σταδιακά αποκτά ρυθμό και δύναμη, μετατρέπεται σε κάτι νέο, όπως ο Ιταλός μετανάστης που γίνεται Νεοϋορκέζος. Ένα άλλο μοτίβο για την «Αστική Ενέργεια»: ένας επιθετικός, συγχρονισμένος ρυθμός περκουσιον.
Ο Γκέρσουιν δεν ήξερε πια αν έβλεπε αυτά τα πράγματα ή αν τα συνέθετε. Αλλά ίσως δεν υπήρχε διαφορά. Η ψυχεδέλεια εκείνης της βραδιάς δεν ήταν φυγή ήταν μεγέθυνση. Ήταν σαν κάποιος να είχε γυρίσει το κουμπί της αντίληψης προς τα δεξιά, μέχρι που όλα άρχισαν να λάμπουν από μέσα.
«Έλα», είπε ο Καρούζο, σηκώνοντας. «Δείξε μου το «leitmotif» το δικό σου». Στάθηκε πίσω από το πιάνο, η φωνή του γίνοντας ένα όργανο οδήγησης. «Σκέψου την πιο οικεία σου μελωδία. Αυτή που σε ορίζει».
Ο Γκέρσουιν έπαιξε την αρχή του "I Got Rhythm". Είχε λαμπερή, ασταμάτητη ενέργεια.
«Καλό!» είπε ο Καρούζο. «Τώρα, παίξε το σαν να ήταν άρια από τον Rigoletto. Πιο αργά. Με τραγωδία στο υπόβαθρο».
Ο Γκέρσουιν προσπάθησε, επιβραδύνοντας το ρυθμό, προσθέτοντας πιο πλούσιες, πιο σκοτεινές αρμονίες. Ξαφνικά, το χαρούμενο τραγούδι απέκτησε ένα απροσδόκητο βάθος, μια γλυκόπικρη πολυπλοκότητα.
Και ο ίδιος ένιωσε κάτι να μετακινείται μέσα του: η συνειδητοποίηση πως αυτό που νόμιζε ως “χαρά” ήταν συχνά μια μάσκα, κι αυτή η μάσκα —όπως στον Pagliacci— μπορούσε να γίνει δραματουργία. Η αμερικανική ενέργεια δεν ήταν μόνο γέλιο. Ήταν και η ανάγκη να γελάς για να μην καταρρεύσεις.
«Βλέπεις;» ψιθύρισε ο Καρούζο. «Η σύνθεση δεν είναι μόνο εφεύρεση. Είναι μεταμόρφωση. Παίρνεις το υπάρχον – το λαϊκό τραγούδι, το πνεύμα του μπλουζ, τη δομή της όπερας – και το μετατρέπεις σε κάτι που είναι μοναδικά δικό σου. Έτσι έκανα κι εγώ. Παίρνεις το πάθος του verismo, του ρεαλισμού στην όπερα, και το βάζεις μέσα στο μικρόφωνο, το στέλνεις σε όλο τον κόσμο. Είναι όλα μετάβαση».
Στη λέξη “μετάβαση” ο αέρας ανατρίχιασε. Οι σκιές στις δοκούς άρχισαν να κινούνται σαν να είχαν δική τους αναπνοή. Στο γυαλί του μπάρ, το κεχριμπάρι έγινε βαθύ μπλέ —ένα μπλέ που δεν ανήκε σε υλικό, αλλά σε διάθεση. Το Steinway έμοιαζε να μεγαλώνει, να γίνεται όχι πιάνο, αλλά πλοίο, και οι νότες κύματα.
Και πάλι, η σάρκα του Καρούζο άρχισε να γίνεται πιο ήπια στα όρια. Δεν φαινόταν να εξαυλώνεται, αλλά συνδεόταν με τις μουσικές φόρμες που μόλις είχαν συζητήσει. Το σώμα του έμοιαζε να γίνεται ένα ορατό crescendo που φτάνει στο fortissimo και μετά αρχίζει μια μακριά, ομαλή diminuendo.

«Τα πράγματα που ακούγονται αντίθεντα», είπε, η φωνή του πλέον ένας αντηχητικός ψίθυρος που μοιάζει με μακρινό σοπράνο, «μπορούν να συνυπάρξουν. Το coloratura της όπερας και η αυτοσχεδιαστική γραμμή του τζαζ. Και τα δύο είναι επιδεικτικά. Και τα δύο απαιτούν τεχνική για να εκφράσουν ακατάσχετο συναίσθημα. Σκέψου τη φωνή ενός τρομπετίστα... είναι ο σοπράνο της μπάντας σου!»
Πριν ο Γκέρσουιν προλάβει να πει κάτι, ο Καρούζο, τώρα σχεδόν διαφανής, άρχισε να τραγουδάει μια τελευταία φορά. Δεν ήταν άρια, αλλά μια λυρική, αυτοσχεδιασμένη μελωδία που συνδύαζε την ευλυγισία του bel canto με τη ροή του μπλουζ. Ήταν η φωνή της ίδιας της συγχώνευσης. Και καθώς τραγουδούσε, το "leitmotif" που ο Γκέρσουιν είχε παίξει για τον «μετανάστη» και το ρυθμικό μοτίβο του «αστικού παλμού» άρχισαν να αναμιγνύονται με την αυτοσχεδιαστική γραμμή του πιάνου, δημιουργώντας μια σύνθετη, συναισθηματικά δυνατή ιστορία χωρίς λόγια.
Ο Γκέρσουιν ένιωσε να του τρέμουν τα χέρια. Όχι από κούραση, αλλά από την αίσθηση ότι παρακολουθεί κάτι που δεν θα επαναληφθεί ποτέ με τον ίδιο τρόπο. Όπως μια μοναδική πτώση φωτός σε πρόσωπο αγαπημένο. Όπως το τελευταίο δευτερόλεπτο πριν μια απόφαση.
Κάτι μέσα στον Γκέρσουιν σκίρτησε. Σαν να του μιλούσε όχι ένας άνθρωπος, αλλά η ίδια η ιδέα της μουσικής, προσωποποιημένη. Κι όμως, ήταν και κάτι πιο ανθρώπινο: μια συμπόνια, μια προειδοποίηση, μια λεπτή θλίψη για την αναπόφευκτη φθορά.
Καθώς το βράδυ βυθιζόταν βαθύτερα, η φωνή του Καρούζο άρχισε να αλλάζει. Δεν έχασε την ομορφιά της, αλλά έγινε πιο διαπεραστική, λιγότερο στερεά. Όταν τραγουδούσε τώρα, οι νότες του φαίνονταν να αφήνουν μια λεπτή, λαμπερή ουρά στο οπτικό πεδίο του Γκέρσουιν, σαν να ζωγραφίζουν την ίδια τη μουσική στον αέρα. Το σμόκιν του άρχισε να χάνει την πυκνότητά του, να γίνεται πιο διάφανο στα άκρα, σαν να εξατμίζεται. Ο Γκέρσουιν το κατάλαβε, και ένα κύμα απελπισμένου πόνου – όχι φόβου, αλλά βαθιάς θλίψης για την αναπόφευκτη αποχώρηση μιας ομορφιάς που μόλις είχε ανακαλύψει – τον κάλυψε.
«Πρέπει να φύγω», ψέλλισε ο Καρούζο, η φωνή του τώρα ένας απλώς αντηχητικός ψίθυρος που ηχούσε και μέσα στο κεφάλι του Γκέρσουιν. «Κανένας δεν μπορεί να κρατήσει μια νότα για πάντα. Αλλιώς, ποτέ δεν θα ακούσεις τη συμφωνία». Σηκώθηκε, και το σώμα του τραντάχτηκε ελαφρώς, σαν εικόνα τηλεορασης με κακό σήμα. «Θυμήσου, Γκέρσουιν. Η μουσική δεν τελειώνει ποτέ. Απλώς περιμένει να τη βρεις στη σιωπή που αφήνει πίσω της μια φωνή».
Και τότε, με τον ίδιο τρόπο που εμφανίστηκε – όχι με μια ξαφνική λάμψη, αλλά με μια σταδιακή, αδιατάρακτη συνειδητοποίηση ότι πάντα ήταν εκεί – εξαφανίστηκε. Το σμόκιν του, το μοναδικό απόλυτα υλικό που είχε φέρει μαζί του, έπεσε άδειο στο ξύλινο πάτωμα της σκηνής με ένα μαλακό ήχο,ανεπαίσθητη νότα ενός «φσσ». Μόνο ένας πυκνός, χαμένος ήχος, ένα απομεινάρι μουσικού συντονισμού, παρέμεινε στον αέρα για λίγα ακόμη δευτερόλεπτα, προτού διαλυθεί μέσα στις διαυγείς, ήρεμες, φιγούρες του καπνού που ακόμα έβγαινε απο το ξεχασμένο τσιγάρο του Γκέρσουιν.
Ο Γκέρσουιν έμεινε μόνος. Το Village Vanguard ήταν πάλι ένα απλό, σκοτεινό μπαρ. Οι τοίχοι σταμάτησαν να λιώνουν, ο καπνός πήρε κανονικά το δρόμο του προς την οροφή. Αλλά ο χώρος είχε αλλάξει. Η σιωπή που τώρα τον περιέβαλλε δεν ήταν πλέον η κενή, απειλητική σιωπή της δημιουργικής αδυναμίας. Ήταν μια σιωπή γεμάτη, μια σιωπή που αντηχούσε. Αντηχούσε με την ηχώ της ναπολιτάνικης θάλασσας, με την απαλή μελαγχολία του παλισμένου φωτός του Παρισιού, με τον σκληρό, ζωντανό ρυθμό της Χάρλεμ και με το βαθύ, απεραντολογικό μπλε της νύχτας της Νέας Υόρκης. Ήταν μια σιωπή που περιείχε όλες τις φωνές.
Κάθισε πάλι στο πιάνο. Τα δάχτυλά του, που λίγο πριν ένοιωθαν βαριά και αποσυντονισμένα, έπεσαν πάνω στα πλήκτρα με μια νέα, ήρεμη βεβαιότητα. Δεν έπρεπε πλέον να κυνηγήσει τη μελωδία. Απλώς την άφησε να βγει. Έπαιξε μια κοφτή αλληλουχία νοτών , και ξαφνικά, η μνήμη της φωνής του Καρούζο, η εικόνα της εξαφάνισής του, η αίσθηση της μετάβασης, μετατράπηκαν σε μελωδία. Το μοτίβο που είχε κολλήσει τόσο καιρό ξετύλιξε ολόκληρο, όχι ως μια απλή, χαρούμενη μελωδία, αλλά ως κάτι πολύ πιο περίπλοκο και συγκινητικό: ήταν μια ραψωδία. Είχε τις δραματικές, απαιτητικές γραμμές της κλασικής μορφής, την καρδιά και την ψυχή του μπλουζ, την αυτοσχεδιαστική ενέργεια της τζαζ και, κατά κάποιον τρόπο, τη λυρική, τραγική ομορφιά μιας ξεχασμένης ιταλικής άριας.
Οι νότες έρεαν τώρα, ασταμάτητες, γεμίζοντας το μπαρ, γεμίζοντας τον εαυτό του. Ήξερε ότι αυτό που συνέθετε τότε δεν ήταν απλώς ένα τραγούδι. Ήταν η μαρτυρία μιας συνάντησης. Ήταν ο ήχος μιας φωνής που είχε έρθει, μοιράστηκε την ουσία της και μετά υποχώρησε, αφήνοντας πίσω της όχι ένα κενό, αλλά έναν ολόκληρο, νέο κόσμο δυνατοτήτων. Ήταν μια σύνθεση για τον Καρούζο, για τις φωνές που χάνονται, για τις πόλεις που αλλάζουν και για την αιώνια, διαρκής μουσική που γεννιέται από τη σιωπή που ακολουθεί την τελευταία, ολοκληρωμένη νότα.
Και εκεί, στο αμυδρό φως του Village Vanguard, ο Τζώρτζ Γκέρσουιν, έχοντας συναντήσει ένα φάντασμα και έχοντας βρει την αλήθεια, συνέθετε επιτέλους τη νέα του μελωδία. Ήταν μελαγχολική. Ήταν τρελή. Ήταν απόλυτα, αδιαμφισβήτητα ζωντανή. Ήταν η αρχή κάτι σπουδαίου.
Ο Γκέρσουιν έμεινε μόνος, αλλά ο νους του βομβούσε από μία νέα ορχήστρα πιθανοτήτων. Ήξερε τώρα ότι η νέα του σύνθεση δεν θα ήταν απλά τζαζ, ούτε απλά ραψωδία, ούτε απλά πορτρέτο μιας πόλης. Θα ήταν κάτι πιο φιλόδοξο: μια Αμερικανική Όπερα της Σύγχρονης Ζωής, γραμμένη στη γλώσσα του λαού, αλλά με το μέγεθος και το συναισθηματικό βάθος του μουσικού δράματος που του αποκάλυψε ο Καρούζο. Θα είχε leitmotifs για τους χαρακτήρες της πόλης. Θα είχε αριώδεις μονολόγους που θα μετατρέπονταν σε αυτοσχεδιασμό, και χορωδιακές σκηνές από πλήθος στο κέντρο της πόλης.
Το κομμάτι που άρχισε να παίζει τώρα στο Village Vanguard ήταν το πρώτο μέρος αυτής της νέας ιδέας. Ήταν ένα θέμα, τραγωδικό και ταυτόχρονα ανθεκτικό, που μιλούσε τόσο για τον Παλιάτσο Canio όσο και για έναν ανώνυμο εργάτη που γυρίζει σπίτι στο Brooklyn. Ήταν η φωνή του Καρουζο, μεταμορφωμένη μέσα από το φίλτρο της Αμερικανικής εμπειρίας.
Η συνάντηση είχε τελειώσει. Ο δάσκαλος είχε φύγει. Αλλά το μάθημα είχε μόλις αρχίσει. Και η μουσική που θα γεννούσε από αυτό, θα κουβαλούσε για πάντα την ηχώ ενός τενόρου από έναν άλλο κόσμο, που του δίδαξε ότι όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα – η φωτιά της όπερας και ο καπνός του τζαζ μπαρ – τρέφονται από την ίδια αιώνια φλόγα.
Ο Γκέρσουιν έμεινε στο πιάνο μέχρι που το μπαρ άρχισε να γεμίζει. Κανείς δεν πρόσεξε το άδειο σμόκιν στη σκηνή· ίσως το βλέμμα τους γλιστρούσε πάνω του σαν να ήταν απλώς ρούχο ξεχασμένο. Ίσως, για όλους τους άλλους, να μην υπήρχε καν. Για τον Γκέρσουιν όμως ήταν απόδειξη: όχι δεν είχε τρελαθεί, απλά συνειδητοποίησε ότι η μουσική, όταν την πλησιάσεις αρκετά, σου δείχνει τα μυστικά της όπως η θάλασσα δείχνει βυθούς μόνο σε όποιον τολμά να βουτήξει.
Και όταν, αργότερα, βγήκε ξανά στην πόλη, η Νέα Υόρκη δεν ακουγόταν πια σαν απλός θόρυβος. Ακουγόταν σαν χορωδία. Σαν ολόκληρη όπερα που δεν είχε ακόμα γραφτεί —μα είχε μόλις βρει, μέσα στο Village Vanguard, την πρώτη της αληθινή, αναπόφευκτη νότα.
- Αθήνα 2026 -

PLEASE LEAVE YOUR COMMENTS BELOW

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΑΛΑΝΗΣ / JOHN GALANIS

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΟΥ ΘΥΜΙΖΩ ΟΤΙ ΕΙΜΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ /
I HAVE TO REMIND MYSELF THAT I AM HUMAN

Είναι κάποιο πρωινό του γήινου έτους 2020 μ. Χ. Είναι οδυνηρά απαραίτητη αυτή η σύμβαση (μ.Χ.) για να γνωρίζουμε σε ποιο χρονικό σημείο αναφερόμαστε. Η νέα ασθένεια έχει σαρώσει τον πλανήτη. Η επιστημονική φαντασία μας συνάντησε και μας έπεσε βαριά στο κεφάλι. Πρέπει να θυμάμαι πως είμαι άνθρωπος.
Παρακολουθώ στωικά τα όντα του μεγαλύτερου κοινωνικού δικτύου αυτού του πλανήτη να ανταλλάσσουν τον «κοινωνικό πολιτισμό» τους μέσα από αναρτήσεις, συζητήσεις, ανταλλαγές απόψεων, βρισιών, συμφωνιών, διαφωνιών κλπ. Παρακολουθώ δίχως συναισθήματα. Η διανοητική μου λειτουργία ή κατάσταση μάλλον τα έχει κοντρολάρει για να μην πω τα έχει απορρίψει.
Δεξιοί, αριστεροί, οπαδοί του χριστιανισμού, άθεοι και λοιποί περιφέρονται στο οπτικό μου πεδίο με ανούσιες εν πολλοίς φέρουσες απόψεις. Απόψεις κι όχι γνώσεις. Αναρωτιέμαι αν είμαι ο μόνος άραγε που επιλέγω δεδομένα από κάθε ιδεολογία, σε οντολογικό, πολιτικό, κοσμολογικό, οικονομικό και λοιπά επίπεδο, συγκρατώ τα ορθολογικότερα και συνθέτω θέσεις για μια καλύτερη πορεία προς την αλήθεια; Η αμέσως επόμενη σκέψη που κάνω είναι πως δυνητικά ο εμφύλιος είναι αναπόφευκτος σε κάθε εποχή κρίσης που διακυβεύεται το μέλλον. Ας είναι λοιπόν… Ο φανατισμός και τα κολλήματα είναι οι χειρότεροι σύμβουλοι.
Δεν βρίσκω το νόημα να εκφράσω διαφωνίες κάτω από αναρτήσεις. Τι συζήτηση θα μπορούσε να κάνει ένας εκτός εποχής ανώτερος πνευματικά οργανισμός με διανοητικά μυρμήγκια; Είναι η πρώτη σκέψη που μου έρχεται και με φρενάρω για αθέμιτη υπεροψία. Δε μου επιτρέπω το αναπόφευκτο, σκέφτομαι… Ούτε η ταπεινότητα όμως είναι πηγαία μέσα μου. Τι να κάνω… Εκφράζομαι μέσω της συγγραφής αυτού του κειμένου. Μερικές φορές νομίζω πως οι μόνοι που φαίνεται να με καταλαβαίνουν (κάπως) είμαι εγώ παλιά, εγώ τώρα, εγώ από το μέλλον και το φάντασμα του Νίκου Καζαντζάκη που κουβαλάω εντός μου. Μετά από μελέτη ανθρώπων, κειμένων, φιλοσοφιών, πολιτικών ιδεολογιών κλπ δεν νιώθω πως ανήκω κάπου. Μου ανήκει όμως ο ορθολογισμός και η σύνθεση μιας ανώτερης ιδέας. Μετά από φιλίες, έρωτες, γάμο, τεκνοποίηση κλπ δεν νιώθω πως έχει μείνει τίποτα άλλο εκτός από τη γραμμή αίματος. Δεν ανήκω πια σε αυτό το παρόν. Ανήκω σίγουρα και οριστικά πια στο μακρινό μέλλον.
Κάποια στιγμή θα βρω τον τρόπο να με τιμωρώ αυτόματα όταν σκέφτομαι υπεροπτικά, όμως δεν είναι του παρόντος.
Δεν λυπάμαι. Ούτε για μένα, ούτε για σας. Στην πραγματικότητα δεν λυπάμαι κανέναν σας. Παλιά λυπόμουν κάπου κάπου. Η ολοκληρωτική απογοήτευση όμως μιας φέρουσας το φως ύπαρξης είναι μεγαλύτερη απογοήτευση από των άλλων. Η τελική μου εσωτερική μορφή δεν διακατέχεται πλέον από ερμηνευτική υλική τελειότητα. Ο χρόνος είναι αδυσώπητος για όλους… εκτός από το εκάστοτε πνευματικό αποτύπωμα.
Δεν (σας) εύχομαι τίποτα. Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν πιστεύω σε τίποτα. Ο θάνατος της πίστης και της ελπίδας συντελέστηκε. Η αγάπη, ως υπέρτατο αγαθό, είναι υπεράνθρωπη και επομένως δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ για το στάδιο του homo sapiens. Η τελειότητα δεν υπάρχει. Είναι το όριο που βάζει κάποιος στον εαυτό του για αυτό που προοριζόταν να γίνει και απέτυχε παταγωδώς.
Κι η αυτοκαταστροφή; Η αυτοκαταστροφή είναι το αποτέλεσμα του πάθους για τελειότητα, εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει το πάθος για την αναζήτηση της αλήθειας.
Πρέπει κάπου κάπου να μου θυμίζω πως είμαι άνθρωπος. Γιατί όμως στο άκουσμά της λέξης μου έρχονται σαρκαστικά γέλια; Και γιατί “πρέπει”; Επειδή η άρνηση της υποκρισίας γεννάει υποχρέωση. Κι άλλο βαρύ φορτίο σκέφτομαι. Κι αν ξεχνάω πως είμαι άνθρωπος τι γίνομαι άραγε; Δεν θέλω να το σκέφτομαι. Αν είμαι ζώο χάνεται η ευθύνη. Αν είμαι υπεράνθρωπος μεγαλώνει η ευθύνη. Πρέπει να κρατήσω την ισορροπία. Πρέπει να μείνω άνθρωπος. Τι κουραστικό που είναι το μέλλον. Όποια χρονογραμμή κι αν επιλέξω δεν υπάρχει ανάπαυση.
Πρέπει να ελέγξω τα όνειρά μου. Πρέπει να θυμηθώ τα όνειρά μου. Πρέπει να αποκωδικοποιήσω τα όνειρά μου. Πρέπει να ξεχάσω τα όνειρά μου. Πρέπει να μου θυμίζω πως είμαι άνθρωπος που ονειρεύτηκε πως δεν είναι άνθρωπος.
-ΑΘΗΝΑ 2020-

PLEASE LEAVE YOUR COMMENTS BELOW

ΚΩΣΤΑΣ ΒΕΤΣΗΣ / KOSTAS VETSIS

ΤΑΝΓΚΟGNΑΤ / TANGOΚΓΝΑΤ

Ο αέρας στη μιλόνγκα του Μπουένος Άιρες κρεμόταν απο κλωστές έντασης,·χόρευε, σείονταν, έρεε ανάμεσα στην συλλογική βιασύνη εκατοντάδων πνευμόνων tangeros. Κάθε μόριο καπνού και ατμούς ιδρώτα περιστρεφόταν σε αργές, ναρκωτικές σπιράλ σχηματισμούς, απορροφώντας το αχνό φως των ασθενικών λαπτήρων και αναμένοντάς το ως φωσφορίζουσες νεφέλες που κρέμονταν σαν κοσμικά νήματα από το ταβάνι. Ο Jorge αισθανόταν τα κόκκαλά του να αντηχούν βαθιά, να δονούνται με τις μπάσες νότες, τα σπλάχνα του να συστέλλονται ολοκληρωτικά με τις ξαφνικές, κοφτές ριπές στη μουσική. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το ποτό του, και η πολύπλοκη γεύση του Φερνέτ ξεδιπλώθηκε στο στόμα του σαν ένα απροσδιόριστο αποσταγμα που κυλάει αργά στην γλώσσα, πρώτα πικρό, μετά γλυκό και κατόπιν χλωμό στην γεύση και ουδέτερο, σαν να έπινε νερό από ένα αρχαίο πήλινο αγγείο.
Η Nicole στο πλαίσιό του ήταν ένα ζωντανό, αναπνέον σύμπλεγμα εντυπώσεων: το άρωμα της, μια μίξη αρχέτυπου δέρματος και γλυκού τριαντάφυλλου, η θέρμη της μαλακής παλάμης της, η ελεγχόμενη, αιχμηρή πίεση των δακτύλων της στον ώμο του που έμοιαζε να του αφήνει μόνιμα αποτυπώματα στο μυ. Ηγήθηκε της salida με μια σιγουριά που ήταν σχεδόν επιθετική, αλλά μέσα στην τυλιχτή αγκαλιά, κάτι στη φυσική του γλώσσα χάλασε, κάτι στη λογική της προοπτικής του έσπασε. Οι γραμμές του σώματός της έμοιαζαν να λειτουργούν με μια αντίστροφη, υπερβατική λογική. Όταν έκανε το πρώτο ομαλό βήμα, το ίχνος του ποδιού της στο σκούρο ξύλινο δάπεδο έλαμψε για μια στιγμή, σαν μια φωσφορίζουσα ουρά κομήτη που υποχωρούσε, που τραβιόταν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το πόδι του κινούνταν μπροστά με μια ευγενικη χειρονομία, σαν να έγλυφε το πάτωμα. Το αποτύπωμά του, η οπτική του μνήμη, έσβηνε προς τα πίσω, σβηστό αντίστροφα από μια ανεπαίσθητη χρονική αναρόφηση.
Η παρατήρηση αυτή δεν έμεινε απομονωμένη, ένα αλοπροσαλο οπτικό αμάρτημα. Ο Jorge, με το μάτι τώρα σε συνεχή εγρήγορση, άρχισε να σκανάρει όλη την πίστα με μια νέα, φρίκη γεμάτη περιέργεια.Όλοι χόρευαν αντιστρόφως. Ένας άντρας με γκρι σακάκι εκτελούσε ένα περίπλοκο gancho, αλλά η κίνηση του ποδιού του φαινόταν να ανακτάται από το μέλλον, να τραβιέται πίσω στην αρχική, ανέπαφη θέση του πριν καν η πρόθεση της κίνησης είχε εγκατασταθεί στον εγκέφαλο. Μια γυναίκα με κόκκινο φόρεμα έκανε έναν ταχύ giro, αλλά η στροφή της δεν τυλιγόταν, ξετυλιγόταν, σαν ένα νήμα που κάποιος τράβαγε από την άκρη, αποσυνθέτοντας ένα ύφασμα. Οι adornos των ανδρών δεν χαράσσονταν μόνο στον αέρα·χαράσσονταν και μετά διαγράφονταν αμέσως, σβησμένοι από μια ανεπαίσθητη γομολάστιχα που κινούνταν πίσω από τον χρόνο. Οι barridas των γυναικών δεν σάρωναν προς τα εμπρός, έλκυαν προς τα πίσω, μαζεύοντας νοητή σκόνη που δεν είχε ακόμη πέσει, που ίσως θα έπεφτε στο μέλλον, ή που είχε ήδη πέσει σε ένα άλλο, παράλληλο παρόν.
“No bailan con el tiempo,” («Δεν χορεύουν με τον χρόνο.») του ψιθύρισε μια φωνή, ίσως από το αυτί του, ίσως από το κενό μεταξύ δύο νότες.
“Bailan contra él. Lo desovan.”(«Χορεύουν εναντίον του. Τον ξεβολεύουν.»)
Η μουσική του μπαντονεόν δεν παιζόταν πλέον ως μια γραμμική, συναισθηματική ροή. Κάθε μελωδική φράση αναδυόταν ολοκληρωμένη από τη σιωπή, από το τέλος προς την αρχή. Ήταν σαν να άκουγε μια ηχογράφηση που έρεε ανάποδα, αλλά με τέλειο αρμονικό νόημα. Όταν ο Jorge, προσπαθώντας να επανεξασφαλίσει κάποιον έλεγχο, πρότεινε μια volcada στη Nicole, η ίδια η αίσθηση της βαρύτητας αποσυνδέθηκε από τη χωρική κατεύθυνση. Δεν ένιωθε το βάρος της να γέρνει πάνω του. Αντί να τη στηρίξει, ένιωθε το ίδιο του το σώμα να λειτουργεί ως το σταθερό, αμετάβλητο σημείο σε μια κοσμική ανατροπή προοπτικής. Η Nicole έτεινε προς το ταβάνι, ολόκληρη η μορφή της να γίνεται μια ανάποδη κατακόρυφη γραμμή, ενώ εκείνος παρέμενε κάθετος, ο άξονας γύρω από τον οποίο ο κόσμος περιστρεφόταν ανάποδα. Στο περιφερειακό, παραισθησιογόνο όραμά του, είδε ένα άλλο ζευγάρι σε μια μακρινή γωνία να εκτελεί την ίδια ακριβώς κίνηση, αλλά με τους ρόλους αντεστραμμένους: η γυναίκα ήταν αυτή που κρατούσε με σθένος, ο άντρας εκείνος που γέρνει, ευπαθής, προς το πάτωμα.
“No te adaptás,” («Δεν προσαρμόζεσαι.») του είπε ο μπάρμαν αργότερα, όταν ο Jorge έφτασε στο μπαρ με το μυαλό του να στριφογυρίζει, σερβίροντάς του ένα ποτό χωρίς καν να τον κοιτάξει. Το ωχρό υγρό άρχισε να ανέρχεται από τη βάση του ψηλού ποτηριού, να ανεβαίνει ανάποδα, σχηματίζοντας μια ασταθή, μαγική στήλη που προκαλούσε ζάλη.
“Deambulás. Andás en círculos que no se cierran.” («Περιπλανιέσαι. Περπατάς σε κύκλους που δεν κλείνουν.»)
“Acá, el contacto no es tacto. Es transporte. Transporta información. Sensaciones crudas. Memorias de otros cuerpos que pasaron por este mismo punto...” («Εδώ, η επαφή δεν είναι αφή. Είναι μεταφορά. Μεταφέρει πληροφορίες. Ακατέργαστες αισθήσεις. Μνήμες άλλων σωμάτων που πέρασαν από αυτό ακριβώς το σημείο...»)
Αλλά ο χώρος γύρω του άρχισε να ρευστοποιείται, να μεταλλάσσεται, πριν καν ο Jorge προλάβει να αμφισβητήσει ή να απαντήσει. Ο πύκνος καπνός σταμάτησε να κινείται σε κλειστές, αισθησιακές σπιράλ. Άρχισε να ισιώνει, να οργανώνεται σε λεπτές, κατακόρυφες στήλες, σαν αόρατοι αρχιτεκτονικοί πυλώνες υποστήριξης για ένα κτίριο που δεν υπήρχε ακόμη. Οι φωτεινές τροχιές, οι γεωμετρίες κίνησης που αντανακλόνταν μέσα στην κρυστάλλινη μπίλια πάνω από το μπαρ, σταμάτησαν να είναι χάους. Άρχισαν να συγχωνεύονται, να υφαίνονται μαζί, να πλέκουν ένα νέο, κοσμικό σχέδιο. Το σχέδιο που προέκυψε από τη σύγκλιση των γραμμών δεν ήταν πλέον το εσωτερικό μιας ξεχασμένης αποθήκης στο λιμάνι. Θύμιζε λευκούς, ξεφλουδισμένους τοίχους υπό το φως μιας χαμηλής, κιτρινωπής λάμπας. Η υγρασία που κολλούσε στα ρούχα του, στον λαιμό του, δεν έμοιαζε πια με την βαριά αλμύρα του Ρίο ντε λα Πλάτα. Έγινε πιο ελαφριά, πιο οξύμωρη, μια ξηρή, αρχαία σκόνη που θύμιζε ερείπια. Οι μύτες των παπουτσιών του δεν χτύπαγαν πάνω στο σκούρο, λακαρισμένο ξύλο του λιμανιού, αλλά άρχισαν να αντιλαμβάνονται μια διαφορετική αντίσταση, το ξύλο ενός σκουρόχρωμου, φθαρμένου πατώματος. Οι ήχοι του χώρου άλλαξαν χωρίς να αλλάξει η βασική μουσική—τα γέλια, φράσεις πρεσβευτές ενός αέναου φλερτ, οι φωνές των χορευτών, διαμόρφωναν άλλες ηχο-χορδές, πιο σκληρές, πιο πέτρινες, λέξεις απο ένα λεξιλόγιο που άκουγε σαν να προέρχεται από την άκρη της Μεσογείου.
Ο Jorge/Γιώργος στάθηκε για μια αιώνια στιγμή, χωρίς να χορεύει, προσπαθώντας να πιαστεί από το λεπτό, ολισθηρό νήμα της τρέλας που απειλούσε να τον παρασύρει. Κοίταξε γύρω του, στους νέους-παλιούς χορευτές. Κανείς από αυτούς δεν χόρευε αντιστρόφως πια. Τα βήματά τους προχωρούσαν με σαφήνεια, οι στροφές ολοκληρώνονταν με ικανοποίηση, τα ίχνη έμεναν στο παρελθόν, όπου άνηκαν. Η χρονική γραμμή είχε ισιώσει, ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν στην επιφάνεια. Ένας άντρας με γραβάτα έκανε ένα σαφές, άμεσο cabeceo σε μια γυναίκα με μεταξωτό μαντήλι στο λαιμό που ανέμιζε ως αέρινο χάδι. Η πρόσκληση ήταν γραμμική, απλή, με μια κατεύθυνση που ξεκινούσε από αυτόν και κατέληγε σε εκείνη.
Και τότε, μέσα στον Jorge/Γιώργος, η μνήμη της αντιστροφής, της παράξενης φυσικής, αντήχησε όχι ως σύγχυση αλλά ως μια βαθιά, σωματική προσευχή. Μια έλξη, μια ανάμνηση μυών που γνώριζαν πώς να ανταποκριθούν, όχι πώς να διατάξουν. Ήταν η μνήμη του να γέρνεις, να εμπιστεύεσαι, να παραδίδεις το κέντρο βάρους σου. Ήταν η ψεύτικη φωνή της Nicole —που τώρα φαινόταν να αιωρείται, να υφίσταται σε κάθε γωνία του δωματίου—να επαναλαμβάνει: “Un universo donde Jorge se lee como Georgía. Donde el que guía espera ser guiado.”
(«Ένα σύμπαν όπου ο Χόρχε διαβάζεται ως Γεωργία. Όπου αυτός που οδηγεί περιμένει να οδηγηθεί.»)
Ένας άντρας, ψηλός με σταχτια μαλλιά και βαθιά, στοχαστική έκφραση—ο Νικόλας/όχι πιά Nicole—τον κοίταξε από απέναντι. Το νεύμα του δεν ήταν ερώτηση. Ήταν μια ήρεμη, εγκεκριμένη δήλωση. Ο Jorge —όχι, τώρα, εδώ, σε αυτό το νέο επίπεδο πραγματικότητας, το σώμα του απάντησε, αναγνωρίζοντας τον εαυτό του ως Γιώργος—κινήθηκε προς την αγκαλιά με μια ρευστότητα που προηγήθηκε της συνειδητής σκέψης. Οι παλάμες του βρέθηκαν να απλώνονται, να γίνονται υποδοχείς, να αγγίζουν την πλατιά, υφάσμενη πλάτη ενός άντρα. Οι μύες του, εκπαιδευμένοι σε δεκαετίες να οδηγούν, να προτείνουν, έπρεπε να διδαχθούν ξανά τη γραμματική της κίνησης από την αρχή.
“Με οδηγείς;” (“Me guías?”) ρώτησε ο Νικόλας, στα ελληνικά, η φωνή του χαμηλή και σταθερή.
Ο Γιώργος (όχι πια Jorge) άνοιξε το στόμα του για να εκφωνήσει μια άρνηση, μια διευκρίνιση, αλλά το σώμα του είχε ήδη απαντήσει σε μια γλώσσα πιο αρχέτυπη. Το βάρος του μετατοπίστηκε ελαφρά, σχεδόν ανεπαίσθητα προς τα πίσω, τα δάχτυλά του πίεσαν ανταποκριτικά, με κατανόηση, στον ώμο του Νικόλα. Δεν ήταν μια κίνηση ηγεσίας. Ήταν μια μικρή, σαφής intención(πρόθεση), μια πρόταση για συνεργασία.
Ήταν το πρώτο συντακτικό σε μια νέα γλώσσα όπου ο ρόλος του ήταν να διαβάζει, να ερμηνεύει, να ανταποκρίνεται με πλήρη πνευματική παρουσία.
Και τότε, από τα βαθύτερα στρώματα του πυρήνα του, κάτι δόθηκε, κάτι χαλάρωσε. Το όνομα Γεωργία αντήχησε μέσα του όχι ως φωνητική λέξη, αλλά ως μια γεωμετρία, ένα σχήμα πληρότητας και συμμετρίας. Μια γεωμετρία που ταίριαζε τέλεια μέσα στην αγκαλιά αυτή. Οι κινήσεις του Νικόλα ήταν καθαρές, ευθείες, προοδευτικές. Δεν υπήρχε αντιστροφή. Ένα ocho προχωρούσε και ολοκληρωνόταν, σχεδιάζοντας έναν άνετο αριθμό 8 στο πάτωμα. Ένα giro ξεκινούσε από μια ώθηση και έκλεινε με ακρίβεια, επιστρέφοντας στο σημείο εκκίνησης. Και ο Γιώργος—η Γεωργία τώρα, με το μυαλό να δεχτεί αυτό το νέο, αναπόφευκτο όνομα—ανταποκρινόταν. Κάθε sacada που δεχόταν, κάθε ελαφρά πίεση που την οδηγούσε, κάθε boleo που εκτελούσε ως συνέπεια, όχι ως πρωτοβουλία, γέννανε από τα βάθη της μια βαθιά, σωματική γνώση: αυτός ήταν ο ρυθμός χωρίς αντιστροφή. Αυτή ήταν η φυσική τάξη των πραγμάτων. Αυτός ήταν ο χορός της Αθήνας, σε εναν χωρο που η αρχαια πνοη συναντούσε το αργεντίνικο πάθος.
Ο χρόνος εδώ δεν ήταν ανάστροφος, δεν έτρεχε προς τα πίσω. Δεν ήταν καν πλέον μια απλή γραμμή. Ήταν κυκλικός, αυτοτελής, μια ολόκληρη tanda που περιείχε, σε σπείρα, όλες τις πιθανές εκδοχές του ίδιου βασικού τραγουδιού. Και μέσα σε αυτόν τον απέραντο κύκλο, κάθε ρόλος—ηγέτης, ακόλουθος, Jorge, Γιώργος, Γεωργία—ήταν απλώς μια προσωρινή στάση στην θέση μηδέν. Το κέντρο, το σημείο γύρω από το οποίο όλα περιστρεφόταν, παρέμενε κενό, σιωπηλό, απλώς μια αρχή για την περιστροφή.
“Βλέπω ότι ξέρεις να ακούς,” (“Veo que sabes escuchar.”) είπε ο Νικόλας, κατά τη διάρκεια μιας σύντομης, φυσικής παύσης, ενώ το bandoneón πήγαινε να πάρει μια ανάσα.
Η Γεωργία (γιατί τώρα, σε αυτή τη στιγμή, αυτό το όνομα ήταν η μόνη, αδιαμφισβήτητη αλήθεια που ζούσε στο σώμα της/του) δεν απάντησε με λόγια. Οι λόγοι είχαν εξαφανιστεί. Απάντησε με ένα μικρό, σχεδόν ανείπωτο adorno με την άκρη του παπουτσιού της, μια ελαφριά, δεκτική διακόσμηση που χαίδεψε το πάτωμα και εξαφανίστηκε, επιτρέποντας στη μουσική να ρέει μέσα από αυτήν για μια ακόμη στιγμή. Ήταν μια σιωπηλή, απόλυτη επιβεβαίωση. Ναι, ακούω. Συνεχίστε. Ρέετε μέσα μου, με διαπερνάτε.
Όταν τελείωσε η tanda, ο τελευταίος συναισθηματικός στροβιλισμός του bandoneón να διαλύεται στον αέρα, ο Νικόλας της έσφιξε ελαφρά, με σεβασμό, το χέρι πριν τις χωρίσει. “Είσαι ο χορός,” (“Eres el baile.”) της είπε, και η φράση δεν είχε υπερβολή.
Και εκείνη κατάλαβε. Δεν ήταν πια ένα ταξίδι, μια μετάβαση από το Μπουένος Άιρες στην Αθήνα. Ήταν μια διεύρυνση, μια απομάκρυνση από μια στενή χρόνο-γραμμή. Ο Jorge που παρατηρούσε τον ανάστροφο χρόνο, ο Γιώργος που στεκόταν στο μεταίχμιο του χρονικού ορίζοντα, μπερδεμένος αλλά υπαρξιακά πλήρης, και η Γεωργία που βρισκόταν πλέον στην απόλυτη, γεμάτη ηρεμία αποδοχή—όλοι συνυπήρχαν τώρα, όχι ως διαδοχικά στάδια, αλλά ως ταυτόχρονες χορδές σε έναν μουσικό όργανο. Ήταν σε συνεχή, αρμονικό contrapunto, διαλογιζόμενοι μεταξύ τους, ανταλλάσσοντας μνήμες, προθέσεις, αισθήσεις μέσω του παλμού της μουσικής, της αμοιβαίας αφής της αγκαλιάς.
Ο χορός δεν τελείωσε ποτέ. Η μουσική άλλαζε, οι tandas εναλλάσσονταν, οι tangeros ερχόντουσαν και φεύγαν από το πλάι της ηχοροής της. Μερικές φορές χόρευαν ως Γεωργία, ακολουθώντας με μια ακρίβεια που προερχόταν από βαθειά γνώση. Άλλες φορές, ως Γιώργος, οδηγώντας με τη βαθειά, συμπονετική κατανόηση αυτού που έχει βιώσει να ακολουθεί. Και πίσω από τα μάτια και των δύο, πάντα παρόντα, ο Jorge παρατηρούσε, ως άγγελος φύλακας, διατηρώντας τη μνήμη του ανάστροφου χρόνου, του χορού ενάντια στη ροή, ως τον μυστικό, απαραίτητο ρυθμό που έκανε όλους τους άλλους ρυθμούς δυνατούς και κατανοητούς.
Υπήρχε μόνο ο χορός.
Και εκείνος/εκείνη ήταν, τελικά, η ίδια η μουσική, η σιωπή που τη γεννάει και η αντήχηση που την μεταφέρει, σε μια άπειρη, αναστρέψιμη καμπύλη ύπαρξης.
- ΑΘΗΝΑ 2026 -

PLEASE LEAVE YOUR COMMENTS BELOW

ΚΩΣΤΑΣ ΒΕΤΣΗΣ / KOSTAS VETSIS

Η ΦΩΤΕΙΝΗ ΣΠΕΙΡΑ ΤΟΥ ΣΚΟΤΑΔΙΟΥ / THE LIGHT SPIRAL OF DARKNESS

Μέρος Πρώτο: Το Δωμάτιο
Η μελωδία εδώ είναι ένας κλειστός κύκλος που δεν κυλά, στριφογυρίζει.
Ξεκινάει και τελειώνει στο ίδιο μπουκάλι κρασιού merlot στο τραπέζι, συγκλίνοντας στο γνώριμο σημείο αδιεξόδου.
Οι νότες της είναι βαθιές, μολυβένιες, τυλιγμένες:
ο κρότος του πώματος στο ποτήρι,
το βογκητό του ποτηριού στο δάπεδο,
η σιωπή που ακολουθεί, σαστισμένη και χλιαρή.
Είναι η μουσική της οικειότητας που σφίγγει,
του σώματος που έχει μάθει να μουδιάζει βολικά
σε κάθε στροφή χωρίς να περιμένει πια κανέναν να το βλέπει.
Κάθε βράδυ, η ίδια σύνθεση. Η ίδια στροφή.
Το χέρι σου βρίσκει το ποτήρι στο σκοτάδι
χωρίς να χρειάζεται να ψηλαφήσει,
σχεδόν με τη μνήμη της σπείρας.
Αυτό είναι το ρεφραίν: μια κίνηση χωρίς πρόθεση,
ένας ρυθμός χωρίς ελπίδα για σόλο, που περιέλιξε τον χρόνο.
Το σκοτάδι δεν είναι ακρόαση.
Είναι η ίδια η αίθουσα του κονσέρτου,
και εσύ είσαι και ο συνθέτης, και το κοινό,
και το όργανο που τρεμοπαίζει από τη μνήμη της συνήθειας.
Το δωμάτιο έχει αναπνεύσει τις ίδιες αναθυμιάσεις για χρόνια:
μια μίξη από σταγόνες που ξέχασαν το κρασί προέλευσης,
σκονισμένο πάτωμα, και τον ίζημα μιας επαναλαμβανόμενης ζωής
που εξατμίζεται αργά από το ποτήρι του βαθυκόκκινου merlot.
Το φως από το παράθυρο πέφτει πάντα με την ίδια γωνία,
διαχωρίζοντας το δωμάτιο σε δύο αμφίβολα γεωμετρικά μέρη:
το ένα, μια ρηχή μορφή σκιάς,
το άλλο, ένα κίτρινο ορθογώνιο που προοδευτικά μαραίνεται.
Και στη διαχωριστική αυτή γραμμή στέκεσαι εσύ,
ή καλύτερα, γυρνάς σαν βελόνα πυξίδας
που έχει αδυνατήσει ο μαγνητισμός,
και δείχνει πάντα προς την ίδια κατεύθυνση:
προς το τραπέζι, προς τη γνώση του ποτηριού,
προς τη βολικότητα της δικής σου παράλυσης.
Κι όταν δεν αντέχεις άλλο τη συμφωνία της μοναξιάς,
όταν ο αέρας γίνεται πνιγηρός και η σιωπή αρχίζει να βογκά,
σηκώνεσαι. Το χέρι σου ψηλαφεί τον τοίχο.
Βρίσκει μια πόρτα που δεν θυμόσουν, μια οπτική παραδοξότητα.
Την έβρισκε πάντα, κάθε βράδυ, αλλά την ξεχνούσε πριν την ανοίξει.
Σήμερα, όμως, η ανάγκη είναι διαφορετική.
Είναι η ανάγκη να διασπάσεις τον ανάγλυφο ρυθμό,
να βγάλεις μια νότα εκτός κλίμακας απ' το σώμα σου.
Σαν ρωγμή στη συνέχεια της σπείρας.
Την ανοίγεις.
Μέρος Δεύτερο: Ο Διάδρομος
Η πόρτα δεν οδηγεί έξω. Οδηγεί πιο βαθιά στη στροφή.
Σε ένα διάδρομο με νέα ακουστική, που λυγίζει.
Οι τοίχοι του δεν είναι παράλληλοι. Συγκλίνουν ελαφρά,
σπρώχνοντας τον ορίζοντα προς τα εμπρός,
σαν να περπατάς μέσα σε μια τεράστια, σπειροειδή κώχη.
Εδώ, η μελωδία είναι ο ηχώ που στροβιλίζεται.
Το βήμα σου αντηχεί σαν μια νότα φυλακισμένη μια άδεια φιάλη merlot,
πολλαπλασιασμένη, παραμορφωμένη, σε μια σπείρα αλκοολικών απόηχων.
Κάθε αντήχηση είναι μια ελαφρώς χαμηλότερη νότα,
μια κατάθλιψη του ήχου, μέχρι να χαθεί στη σιωπή
και να ξαναγεννηθεί από το επόμενο βήμα.
Τα παράθυρα δεξιά και αριστερά είναι κλειστά,
αλλά από το υαλώδες πέπλο τους διαχέονται απόκοσμες οσφρήσεις:
μια μίξη παλιού κρασιού, ιδρώτα και εμετού.
Οι αναθυμιάσεις μιας ζωής που ζει σε διαβρώσεις.
Το αλκοόλ εδώ δεν είναι ποτό. Είναι μια φράκταλ ατμόσφαιρα που περιστρέφεται.
Αναπνέεις μια μούχλα που έχει τη γλύκα της αποσύνθεσης.
Έχει τη γεύση του μέταλλου και ενός άγλυκου σιροπιού,
και κάθε ανάσα είναι σαν να πίνεις από ένα αόρατο ποτήρι
που ανανεώνεται μόνο του. Απο ένα μπουκάλι Merlot.
Και η μουσική αλλάζει: γίνεται πιο έντονη, πιο ενοχλητική.
Είναι ο βόμβος του σανιδωτού πατώματος σε μια περιδίνηση,
το σφύριγμα του αέρα στις σχισμές των παραθύρων.
Είναι και ο θόρυβος της δικής σου ροής,
που ακούγεται σαν μακρινή θάλασσα μέσα σε κοχύλι,
και το βαρύ ρουθούνισμα κάθε φορά που στέκεσαι να ανασάνεις.
Κι εσύ περπατάς, σαν να προσπαθείς να ξεστομίσεις
έναν στίχο που σε κυνηγά, να βρεις την επόμενη νότα
που ίσως σε ξετυλίξει από αυτή την κοσμική παγίδα.
Ο διάδρομος ωστόσο έχει τη δική του βούληση. Στενεύει και φωταγωγείται,
στη μία στροφή είναι σχεδόν φωτεινός, με πλακάκια,
στην επόμενη ένα βουβό σκοτάδι που σέρνεται πανω σε γρανίτη.
Κι εσύ συμβιβάζεσαι με κάθε νέα συνθήκη,
γιατί η εναλλαγή αποτελεί κι αυτή έναν ρυθμό,
και ο κάθε ρυθμός είναι μια απόσπαση από το μονότονο ρεφραίν του δωματίου.
Και πριν το καταλάβεις, το χέρι σου ξαναβρίσκει
μια πόρτα, διαφορετική, βαρύτερη.
Η λαβή της είναι κρύα σαν το γυαλί.
Πιέζεις. Δεν ανοίγει.
Δεν κουνιέται ούτε εκατοστό. Ο μόνος ήχος είναι το τέντωμα των νευρώνων σου.
Είναι σαν η σπείρα να έχει συσφιχθεί, να έχει διοεχετευθεί σε μια κλειδαρότρυπα.
Και τότε, αντί να φοβηθείς, νιώθεις μια παράξενη οικειότητα.
Αυτή η αδιέξοδος είναι κι αυτή γνώριμη.
Είναι η λογική συνέχεια όλων των προηγούμενων.
Τραβάς προς τα μέσα, με όλη σου τη δύναμη, και η πόρτα παραδίδεται με έναν κρύο, ξηρό κρότο.
Μέρος Τρίτο: Ο Θάλαμος του Καθρέφτη
Η πόρτα πάει να πέσει μέσα, μαζί σου.
Και βρίσκεσαι στον θάλαμο του καθρέφτη.
Εδώ, η μελωδία σπάει και ξανασυντίθενται σε μια σπείρα διαρκώς πολλαπλασιαζόμενη.
Κάθε καθρέφτης παίζει μια διαφορετική αρμονία
από το ίδιο σκοτεινό κομμάτι, κάθε αντίγραφο μια νέα στροφή.
Ο χώρος είναι πενταγωνικός, και κάθε πλευρά είναι καθρέφτης από το πάτωμα μέχρι την οροφή.
Η εικόνα σου πολλαπλασιάζεται στο άπειρο,
και κάθε αντανάκλαση είναι ελαφρώς μετατοπισμένη στον χωροχρόνο.
Στον ένα, βλέπεις τον εαυτό σου να πίνει το γνώριμο merlot με αποφασιστικότητα,
μια στωική, μονότονη νότα που χανεται στο άπειρο.
Στον άλλο, να παρακαλάς να πιείς με ένα άδειο ποτήρι,
Από ένα σπασμένο μπουκάλι.
Στον τρίτο, απλώς να στέκεσαι, σιωπηλός,
ενώ ολόκληρη η ορχήστρα του παρελθόντος
χτυπάει άγρια τα τύμπανά της μέσα στο κρανίο σου,
δημιουργώντας έναν τρομακτικό ρυθμό που συστρέφει.
Στον τέταρτο, ο εαυτός σου γελά με χαμηλό, συνεχές γέλιο.
Στον πέμπτο, κλαίει ήσυχα, χωρίς δάκρυα.
Όλες αυτές οι εκδοχές υπάρχουν ταυτόχρονα,
και η φωνή του ενός απορροφάται από την εικόνα του άλλου,
δημιουργώντας μια συγχορδία ασυμφωνίας που δονεί τα ποτήρια.
Το αλκοόλ εδώ έχει γίνει καθρέφτης.
Δείχνει όλες τις εκδοχές της παράδοσης,
όλες τις πιθανές νότες της αποτυχίας, σπειροειδώς διατεταγμένες.
Το ποτήρι σε κάθε αντανάκλαση περιέχει ένα διαφορετικό υγρό:
στο ένα είναι κρασί, στο άλλο νερό, στο επόμενο σκούρο ξύδι,
και σε κάποιο, είναι εντελώς άδειο, αλλά το χέρι απλωμένο να εκλιπαρεί.
Και η φωνή σου, όταν προσπαθείς να τραγουδήσεις,
βγαίνει σπασμένη από χίλιους λιγμούς,
μια φοβερή πολυφωνία της ίδιας ηχηρής παράλυσης.
Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις ποια φωνή είναι δική σου,
γιατί όλες είναι δικές σου, και καμία δεν είναι.
Το οικείο δεν είναι πια ένα δωμάτιο.
Είναι ένα άπειρο πλέγμα αντανακλάσεων,
όπου κάθε ανάταση, κάθε πτώση, κάθε στιγμή νηφαλιότητας
παίζει ταυτόχρονα, δημιουργώντας έναν σπειροιδές ίχνος δαίμονα
που δεν είναι τίποτα άλλο από την απόλυτη,
ανυπόφορα γνώριμη, ναρκωτική συμφωνία του εαυτού σου.
Κάθε στροφή της σπείρας εδώ είναι ένας νέος καθρέφτης,
και κάθε καθρέφτης ένα νέο επίπεδο κατανόησης της ίδιας αιχμαλωσίας.
Δεν υπάρχει πάνω ή κάτω, μόνο μέσα.
Και η μόνη διαφυγή από τον πολλαπλασιασμό
θα ήταν να σπάσει ένας από τους καθρέφτες,
να εισέλθει κάτι νέο, κάτι που δεν ανήκει στο δικό σου είδωλο.
Κι όταν οι καθρέφτες αρχίζουν να ρηγματώνονται,
όχι από χτύπημα, αλλά από την ίδια την ένταση της σκηνής,
βλέπεις μια ρωγμή που δεν είναι αντανάκλαση.
Είναι μια πύλη. Δεν έχει κλειδαριά, έχει χείλη.
Είναι το σημείο εξόδου από τη στροφή.
Πρέπει να την πιεις, με την ίδια λαχτάρα που θα έπινες το αγαπημένο σου merlot.
Μέρος Τέταρτο: Η Προσπάθεια της Αυγής
Και την πίνεις. Και η πόρτα διαλύεται, χύνεται σε ένα ποτάμι ανάμνησης.
Δεν υπάρχει ροή, παρά μόνο μια σχισμή.
Μια ρωγμή στο γυαλί του καθρέφτη, από όπου
διαθλαται, καμπυλωμένη, μια λωρίδα χλωμού φωτός.
Το φως της ελπίδας που έλκεται από την ίδια την περιδίνηση.
Το ξημέρωμα δεν εισβάλλει. Προσγειώνεται, άκομψα στα μάτια σου.
Σαν την τελευταία σταγόνα από ένα ποτήρι
που πέφτει σε μια λίμνη από νηφάλιες μνήμες
και δημιουργεί κύκλους που μεγαλώνουν, εξελίσσονται σε σπείρες,
απαλά, μέχρι να αγγίξουν κάθε όχθη.
Η μελωδία της νύχτας δεν σβήνει. Μετατρέπεται.
Οι μολυβένιες νότες ξεδιπλώνονται, ξετυλίγονται, γίνονται πιο ελαφριές.
Το βουητό στα αυτιά ηρεμεί, αποκαθιστάται
ως ο ρυθμός του δικού σου αίματος, ο συνθέτης του ίδιου του μυαλού σου.
Το τρέμουλο στα χέρια δεν είναι πλέον απόσπαση,
είναι η πρώτη, νευρική δόνηση επαφής
με το νευρικό, ζωντανό πλέγμα των πραγμάτων,
όπου κάθε νεύρο είναι ένα νήμα της νέας σπείρας.
Η «προσπάθεια» δεν είναι ηρωική.
Είναι η επιλογή της σιωπής που ακολουθεί το θόρυβο.
Είναι να ανεχτείς να μην γεμίσεις αυτή τη νέα, τραχιά ευαισθησία
με τη γνώριμη νάρκωση, με την οικεία συμφωνία του ποτού.
Είναι να σταθείς στον πόνο της διαύγειας,
και να ακούσεις, για πρώτη φορά πραγματικά,
τη βασική, μονοτονική μελωδία της πραγματικότητας:
την κραυγή του πάγου που λιώνει στο τζάμι,
τον παλμό στον λαιμό σου που μετράει χρόνο ζωής, όχι αναμονής,
τη θλίψη που δεν τραγουδάει πια για λήθη,
αλλά ψιθυρίζει μια απλή, ωμή αλήθεια.
Και εκεί, μέσα σε αυτή τη διαφορετική ηχώ,
συνειδητοποιείς:
Το αλκοόλ δεν ήταν ποτέ η μελωδία.
Ήταν το ωτάρι που έκλεινε την είσοδο στη νέα στροφή.
Η αποχώρησή του δεν άφησε κενό,
άνοιξε τον χώρο για την ανάδυση.
Κι ο χώρος αυτός γέμισε με μια νέα, εύθραυστη δυνατότητα:
Την ικανότητα να ακούσεις το φως να ξετυλίγεται σαν νήμα.
Το φως που τώρα πέφτει, αδιάφορο και χλωμό,
δεν φωτίζει μόνο το άδειο ποτήρι, το κενό δωμάτιο.
Φωτίζει το χέρι που δεν το σηκώνει.
Το σώμα που ξυπνά και θυμάται κάθε νότα του εφιάλτη,
όχι με νοσταλγία, αλλά με την αποφασιστική περιφρόνηση
του πουλημένου ονείρου.
Και επιλέγει.
Με μια κόπωση βαθύτερη από οποιαδήποτε μέθη,
αλλά φωτεινή από μια νέα, ήπια δύναμη,
να μην ξαναπαίξει εκείνο το κομμάτι.
Να μείνει σε αυτό το προαύλιο.
Να παρατηρήσει πώς, όταν πέφτει η σιωπή της δράσης,
τα πάντα αρχίζουν να τραγουδούν τη δική τους, λεπτή ωδή:
το διακριτικό τιτίβισμα ενός πουλιού, τον βόμβο μιας πόλης που ξυπνά,
τη δική σου αναπνοή, που γίνεται ο μαέστρος
μιας νέας, μη γραμμένης σύνθεσης σε ανοιχτή σπείρα.
Το οικείο σκοτάδι δεν εξαφανίστηκε.
Μετατοπίστηκε.
Έγινε το μαύρο στήριγμα του πεντάγραμμου,
απαραίτητο για να ξεχωρίσει η λευκή, τρεμάμενη νότα
της νέας μέρας που αρχίζει, συστρέφοντας το νέο της κύκλο.
Κι εσύ, για πρώτη φορά, δεν είσαι ο μουσικός,
ούτε το όργανο, ούτε το κοινό.
Είσαι απλά το ακούσιο,
καθαρό και ευάλωτο,
που χαϊδεύει το φως
και δέχεται να τραγουδηθεί σε κάθε νέα, αχαρτογράφητη στροφή.
- ΑΘΗΝΑ 2026 -

PLEASE LEAVE YOUR COMMENTS BELOW

ΚΩΣΤΑΣ ΒΕΤΣΗΣ / KOSTAS VETSIS

Ο ΜΑΡΑΘΩΝΙΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ / THE MARATHON TO FREEDOM

ΜΕΡΟΣ Ι: Η ΑΦΥΠΝΙΣΗ
Το δωμάτιο δεν ήταν σκοτεινό, όσο θα ήθελε για έναν βολικά ήσυχο ύπνο. Ήταν γεμάτο με μια φωτεινότητα χωρίς πηγή, κάπου ανάμεσα σε ενα ρήγμα στις κουρτινες, ένα κενό λευκό που τύφλωνε τα ματια. Στις 04:30, ο Νίκος σηκώθηκε απο το κρεβάτι , αλλά δεν χρειαζόταν να ξυπνήσει. Αγκάλιαζε την αϋπνία. Η νυχτερινή σιωπή είχε σπάσει, είχε αλλάξει ροή, γεμίζοντας τη μεταμεσονύκτια ζώνη του λυκόφωτος με ένα μουρμουρητό της συνείδησης.
Στο στρώμα δίπλα του, η μνήμη της μητέρας του: λεπτή, διάφανη σαν λεπτεπίλεπτη περγαμηνή. Η μνήμη ήταν μία εικόνα φτιαγμένη από σύνθετες αισθητηριακές αναμνήσεις: ο μονότονος ρυθμός της τελευταίας, μηχανικής αναπνοής της, η διατρητική μυρωδιά απολυμαντικού και η θολή εικόνα ενός σώματος που υποχωρεί, το απλωμένο κενό του χεριού της στο πλάι του κρεβατιού που εκείνος δεν κράτησε όσο μπορούσε. Δεν ήταν μια απλή στιγμή σταδιακής απώλειας, ήταν μια κατάσταση ύπαρξης που είχε μετακομίσει μέσα του. Ο πυρήνας όλων των αποτυχημένων παρουσιών στη ζωή του: με τη μητέρα που έφευγε, με τη Μαρία που έφευγε, με τη ζωή που γλιστρούσε από τα χέρια του σαν βρεγμένο σαπούνι.
«Σε αφήνω, Νίκο», του είχε πει, με φωνή ξένη.
«Σε αγαπώ», προσπαθησε να της ψιθυρίσει, αλλά δεν το έκανε — λόγια που δεν άκουγε κανείς πλέον.
Τις επόμενες μέρες έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα: λειτουργούσε.
Στη δουλειά του — ως ευέλπις, καλός επαγγελματίας — τα πράγματα έμπαιναν σε σειρά, τα προβλήματα λύνονταν, οι αποφάσεις έπαιρναν μορφή.Ήταν ο μόνος χώρος όπου δεν χρειαζόταν να νιώσει. Εκεί, ο κόσμος υπάκουε ακόμη σε κανόνες.
Το Μεγάλο Αδιέξοδο.Για μια στιγμή δεν ευχήθηκε να μην υπάρχει. Ευχήθηκε απλώς να μη χρειαστεί να ζήσει αυτήν τη ζωή όπως είχε απομείνει.
Αυτός ο μαραθώνιος ήταν η αφορμή που άρχισε να κάνει κάθε του πράξη μια μανιακή προσπάθεια να κρατήσει κατι. Να αποδείξει ότι μπορεί να ολοκληρώσει κατι στην ζωή του, να μην αφήσει τίποτα να φύγει ακούσια απο τον έλεγχο του. Ο μαραθώνιος ήταν η τελευταία, λογική έκφανση αυτής της παράλογης λογικής: να κρατήσει μια απόσταση απο τη ζωή του. Να μην της επιτρέψει να του ξεφύγει, όχι πιά.
Όταν σήκωσε το κεφάλι από το μαξιλάρι, το σώμα του ανταποκρίθηκε με μια άτολμη, θολή θέληση, με μια ακούσια βιολογική ετοιμότητα, σαν στρατιώτης στο άκουσμα σάλπιγγας. Η προετοιμασία ήταν μνήμη σάρκας: σφιχτοί μύες, βαρύ στήθος, χέρια που συσπειρώνονταν για μια άγνωστη μάχη.
Ο φόβος χαραζόταν πάνω σε ένα ψυχολογικό χάρτη με τοπογραφική ακρίβεια: εδώ η κλίση, εκεί ο πόνος, παρακάτω η εξάντληση. Και στο κέντρο, η μαύρη γρανιτένια πλάκα της απώλειας, δεμένη με νήμα γύρω από την καρδιά — μόνιμο κέντρο βάρους.
ΜΕΡΟΣ ΙΙ: Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΠΟΡΕΙΑ
Η μεταφορά με τα λεωφορεία ήταν ένα ταξίδι προς την αφετηρία ενός διαφορετικού ταξιδιού απο αυτά που είχε κανει μέχρι τώρα. Ήταν κλήση, ένα ακούσιο κάλεσμα που δεν μπορούσε ακόμη να καταλάβει.
Στη στάση, κάτω από το αμυδρό, κιτρινωπό φως των led φώτων σωρεύονταν σιωπηλά, το απομεινάρι μιας μακρυάς νύχτας. Ήταν μια παράξενη, οικειοθελής κατάταξη. Κανείς δεν μιλούσε. Ο αέρας μύριζε αγωνία και ιδρώτα, ακόμα πριν από την πρώτη σταγόνα άγχους. Κάποιος κοίταζε το ρολόι του κάθε τριάντα δευτερόλεπτα. Κάποιος άλλος κρατούσε το στομάχι του. Ο Νίκος ένιωσε ένα τρεμόπαιγμα μνήμης, μια νευρική, λεπτή ανακίνηση: οι μνήμες της πρωινής στρατολόγησης όταν είχε καταταχτεί στο στρατό. Η ίδια ηχηρή σιωπή, το ίδιο βλέμμα που προβλέπει ένα αναπόφευκτο χτύπημα, η ίδια συλλογική παραίτηση της βούλησης στην τάξη μιας μεγαλύτερης, αφηρημένης μηχανής. Ήταν εθελοντές στρατιώτες σε έναν πόλεμο που ο καθένας είχε κηρύξει σε έναν αόρατο εισβολέα που φαινόταν μόνο στον καθρέφτη.
Μπήκε μέσα.
Το λεωφορείο που παρέλαβε τους δρομείς ήταν ενα όχημα μεταφοράς που μύριζε κλεισούρα, απομεινάρια πολυφορεμένης ανθρώπινης μούχλας , μια κινούμενη ροή προσώπων. Ο Νίκος κοίταζε τα πρόσωπα και έβλεπε «μορφές» — όχι αυτές που κρύβουν, αλλά αυτές που έχουν φορεθεί τόσο καιρό σε τόσους πολλούς ανθρώπους ώστε έχουν γίνει δέρμα. Καμία δεν ήταν τυχαία. Καμία δεν ήταν ψεύτικη. Ήταν όλες αληθινές με τον τρόπο που είναι αληθινό ένα τραύμα που έχει επουλωθεί με ατέλειες.
Ο ΝΕΑΝΙΑΣ ΜΕΣΗΛΙΚΑΣ
Ο Νεανίας Μεσήλικας φορούσε τη μορφή της αναβάθμισης — και κάτω από αυτήν, τον τρόμο της ηλικίας. Το σώμα του δεν ήταν γέρικο, αλλά δεν ήταν πια νέο. Βρισκόταν σε εκείνη τη μεταβατική ζώνη όπου η φθορά δεν είναι ακόμη εμφανής, αλλά έχει γίνει ήδη αισθητή. Και αυτό ήταν το χειρότερο σημείο: όχι η απώλεια της δύναμης, αλλά η επίγνωση ότι έρχεται το αναπόφευκτο.
Τα παπούτσια του ήταν τα ακριβότερα της αγοράς: ανθρακονήματα, πλάκες επιστροφής ενέργειας, σχεδιασμένα να επιστρέφουν ό,τι το σώμα αρχίζει να μην παράγει πια αυθόρμητα. Στον καρπό του, ρολόι γεμάτο δεδομένα, σαν εξωτερική μνήμη ενός οργανισμού που φοβόταν να εμπιστευτεί πια τον εαυτό του. Κάθε gadget ήταν μια μικρή υπόσχεση αναστολής του χρόνου.
Δεν ήθελε απλώς να είναι ταχύτερος.
Ήθελε να φαίνεται ταχύτερος.
Να αισθάνεται νέος — ή, έστω, να μη φαίνεται ότι γερνά.
Η ταχύτητα, για εκείνον, δεν ήταν επίδοση ήταν καμουφλάζ. Αν έτρεχε γρηγορότερα από τους άλλους, μπορούσε να προσποιηθεί — πρώτα στον εαυτό του — ότι η φθορά είναι μύθος, ότι η ηλικία είναι αριθμός, ότι το σώμα υπακούει ακόμη. Κάθε προσωπικό ρεκόρ ήταν μια μικρή αναβολή του αναπόφευκτου. Κάθε αγορά εξοπλισμού, μια απόπειρα να εξαγοράσει χρόνο από τον χρόνο.
Η μορφή του έλεγε:
Δεν γερνάω. Βελτιώνομαι.
Κάτω από αυτήν, όμως, υπήρχε η ανασφάλεια ενός ανθρώπου που ένιωθε πως, αν επιβραδύνει, αν φανεί κουρασμένος, αν χάσει τον ρυθμό, τότε θα αποκαλυφθεί αυτό που προσπαθούσε να κρύψει: ότι το σώμα δεν είναι πια υπόσχεση, αλλά ιστορία.
Και αυτή η ιστορία τον τρόμαζε περισσότερο από τον ίδιο τον πόνο.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΑΝΕΙΠΩΤΟΥ
Η Γυναίκα του Ανείπωτου φορούσε τη μορφή της υπέρβασης, αλλά από κάτω υπήρχε πένθος. Όχι κραυγαλέο, όχι θεατρικό ένα πένθος πειθαρχημένο, σχεδόν ευγενικό. Δεν θρηνούσε που δεν μπόρεσε να φέρει στον κόσμο ένα παιδί, αλλά μια δυνατότητα που δεν έγινε ποτέ σώμα. Ένα μέλλον που δεν απέκτησε βάρος, όνομα, φωνή. Και αυτή η απουσία ήταν πιο δύσκολη από την απώλεια, γιατί δεν μπορούσε να κατονομαστεί χωρίς να μοιάζει με υπερβολή.
Το μακρύ, απαιτητικό πρόγραμμα μαραθωνίου δεν ήταν απλά άθλος, ήταν απόσπαση προσοχής. Ένας τρόπος να μεταφέρει το κέντρο βάρους της ύπαρξής της από την επιθυμία στο καθήκον, από το «θέλω» στο «πρέπει». Αν το σώμα ήταν συνεχώς κουρασμένο, δεν θα υπήρχε χώρος για την ερώτηση. Αν το πρόγραμμα ήταν αυστηρό, δεν θα υπήρχε σιωπή. Αν κάθε μέρα είχε στόχο, δεν θα χρειαζόταν να κοιτάξει κατάματα αυτό που δεν συνέβη.
Δεν ήθελε απλώς να ξεχάσει.
Ήθελε να ξεμάθει να θέλει.
Η υπέρβαση, για εκείνη, δεν ήταν ελευθερία. Ήταν άμυνα. Μια προσπάθεια να αποδείξει — πρώτα στον εαυτό της — ότι μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτό που ποθούσε, ότι η επιθυμία είναι περιττή, ότι ο πόνος μπορεί να εξαντληθεί όπως ένας μυς. Κάθε χιλιόμετρο ήταν μια άσκηση αυταπάρνησης: δες, μπορώ και χωρίς.
Η μορφή της έλεγε:
Είμαι δυνατή. Δεν με καθορίζει η απώλεια.
Κάτω από αυτήν, όμως, υπήρχε ο φόβος ότι, αν σταματήσει να τρέχει, αν χαλαρώσει την πειθαρχία, αν επιτρέψει στο σώμα να ξεκουραστεί, τότε η επιθυμία θα επιστρέψει — όχι ως ελπίδα, αλλά ως κατηγορία.
Και αυτός ο φόβος την έτρεχε περισσότερο από κάθε αγώνα.
Ο ΜΟΝΟΘΕΜΑΤΙΚΟΣ ΔΡΟΜΕΑΣ
Ο Μονοθεματικός Δρομέας φορούσε τη μορφή της πλήρους ταύτισης. Ήταν παθιασμένος, αποκλειστικός σε αυτό που έκανε. Ο κόσμος του είχε στενέψει σκόπιμα, μέχρι να χωρά μόνο ό,τι μπορούσε να μετρηθεί, να συγκριθεί, να τερματιστεί. Αγώνες, παπούτσια, χρόνοι, υψομετρικά. Οτιδήποτε άλλο ήταν θόρυβος.
Δεν ήταν άγνοια.
Ήταν επιλογή.
Αν μιλούσε μόνο για τρέξιμο, δεν χρειαζόταν να μιλήσει για σχέσεις. Αν όλα ήταν αγώνας, δεν υπήρχε χώρος για απώλεια. Αν κάθε κουβέντα κατέληγε σε χρόνο, δεν υπήρχε χρόνος για ερώτηση. Η μονοθεματικότητα ήταν το καταφύγιό του από έναν κόσμο που του φαινόταν χαοτικός, ακαθόριστος, γεμάτος πράγματα που δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί.
Δεν ήθελε να τρέχει.
Ήθελε να περιορίσει τον κόσμο.
Κάθε συζήτηση έξω από τον αγώνα τον εξέθετε. Τον ανάγκαζε να σταθεί χωρίς οδηγίες, χωρίς κανόνες, χωρίς γραμμή εκκίνησης. Εκεί δεν υπήρχε GPS, δεν υπήρχε προπόνηση, δεν υπήρχε σωστός ρυθμός. Υπήρχε μόνο η αβεβαιότητα της ανθρώπινης εμπλοκής. Και αυτή ήταν πιο τρομακτική από την εξάντληση.
Η μορφή του έλεγε:
Ξέρω τι κάνω. Ξέρω πού πάω.
Κάτω από αυτήν, όμως, υπήρχε η αγωνία ενός ανθρώπου που φοβόταν πως, αν ανοίξει τη συζήτηση, αν επιτρέψει στο θέμα να αλλάξει, αν αφήσει τη ζωή να μπει χωρίς δομή, τότε θα φανεί ότι δεν ξέρει πώς να υπάρχει έξω από τους κανόνες που ο ίδιος έφτιαξε.
Και γι’ αυτό μιλούσε ασταμάτητα — όχι για να επικοινωνήσει, αλλά για να μη σωπάσει.
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΕΜΜΟΝΗΣ
Ο Άνθρωπος της Εμμονής δεν κοίταζε τους άλλους.
Κοίταζε το ρολόι του. Εφτιαχνε τη δική του ιστορία στο Strava, για να φυλακίζεται βολικά στο μικρο-σύμπαν των μετρήσεων.
Όχι από αγωνία για τον χρόνο, αλλά από ανάγκη επιβεβαίωσης. Κάθε χιλιόμετρο έπρεπε να είναι ίδιο με το προηγούμενο. Κάθε πέρασμα στο ίδιο δευτερόλεπτο. Κάθε απόκλιση — ακόμη και μισού παλμού — τον ενοχλούσε περισσότερο από τον πόνο. Ο πόνος ήταν αποδεκτός. Η αταξία όχι.
Η μορφή του δεν γεννήθηκε από φιλοδοξία, αλλά από φόβο. Όχι φόβο απώλειας, αλλά φόβο του απρόβλεπτου. Ο κόσμος, γι’ αυτόν, ήταν επικίνδυνος όχι επειδή πληγώνει, αλλά επειδή δεν υπακούει. Και ο μαραθώνιος ήταν το μοναδικό πεδίο όπου μπορούσε να επιβάλει μια ψευδαίσθηση καθολικής, εμμονικής τάξης: απόσταση γνωστή, διαδρομή χαρτογραφημένη στο Strava, χρόνος μετρήσιμος.
Δεν έτρεχε για να φτάσει.
Έτρεχε για να μη συμβεί τίποτα απρόοπτο.
Η προετοιμασία του ήταν τελετουργική. Τα κορδόνια δεμένα με τον ίδιο τρόπο. Το gel στην ίδια ακριβώς θέση. Η αναπνοή σε μετρημένες εισπνοές. Κάθε επανάληψη ήταν μια μικρή προσευχή προς έναν κόσμο που ήθελε να παραμείνει προβλέψιμος. Αν όλα γίνονταν σωστά, τίποτα κακό δεν θα μπορούσε να συμβεί — αυτή ήταν η σιωπηλή του συμφωνία με την πραγματικότητα.
Η μορφή του έλεγε:
«Αν ελέγξω τα πάντα, θα είμαι ασφαλής.»
Κατάλαβε ότι καμία μορφή δεν έτρεχε προς κάτι.
Όλες έτρεχαν για να μη χρειαστεί να ζήσουν αυτό που είχε ήδη συμβεί.
Ο Νίκος χάθηκε για λίγο στον απόηχο αυτου του νοητικού θορύβου , και μετά ένιωσε μια δροσερή, λεπτή φρίκη: κάτω από καμία μορφή δεν υπήρχε αυθεντικό πρόσωπο. Υπήρχε μόνο κενό — λειτουργικό, αναγκαίο.
Το λεωφορείο ξεκίνησε.
Από το Παναθηναϊκό Στάδιο προς τον Μαραθώνα.
Από το τέλος προς την αρχή.
Θεέ μου – συνειδητοποίησε - θα τρέξω αυτόν τον δρόμο ανάποδα.
ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ: Ο ΑΓΩΝΑΣ
ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΑ 1–10: Η ΠΡΩΤΗ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ
Ο δρόμος άνοιξε ως όνειρο σε κίνηση. Οι πρώτες στροφές ήταν απαλές, σχεδόν φιλικές. Ο Νίκος προσκολλήθηκε σε μια μικρή ομάδα — τον Νεανία Μεσήλικα και τον Μονοθεματικό Δρομέα. Τα βήματα συγχρονίστηκαν μηχανικά, σαν να είχε δοθεί σιωπηρή εντολή. Ακούστηκαν γέλια ανακούφισης, κοντά και σύντομα, σαν να μην έπρεπε να διαρκέσουν πολύ.
«Δε θα το πιστέψω όταν θα το κάνω!» είπε κάποιος, και η φράση αιωρήθηκε σαν φυλαχτό.
Κάθε βήμα του Νίκου ήταν δήλωση προς έναν αόρατο αποδέκτη: Βλέπετε; Προχωράω. Όχι προς τον τερματισμό, αλλά προς μια εσωτερική επιτροπή που δεν παραιτείται ποτέ. Το σώμα συνεργαζόταν ακόμη, πρόθυμο, σχεδόν γενναιόδωρο, σαν να είχε πειστεί ότι η κίνηση από μόνη της είναι σωτηρία. Τα πρώτα χιλιόμετρα ήταν η υπόσχεση της μηχανής: πως, αν συνεχίσεις, θα σε ανταμείψει.
Η πρώτη δεκάδα χιλιομέτρων ήταν η ψευδαίσθηση του ελέγχου. Ότι ο ρυθμός μπορεί να επιβληθεί στο χάος. Ότι το σύμπαν «πιάνει» από επανάληψη. Ότι ο πόνος είναι διαπραγματεύσιμος. Ότι η ύπαρξη υπογράφει συμβόλαια.
Μετά το πέμπτο χιλιόμετρο, ο αέρας άλλαξε. Η υγρασία τον έκανε διαφανή αλλά πιεστικό, σαν λεπτή μεμβράνη κολλημένη στα ρουθούνια. Κάθε ανάσα έπρεπε να κερδηθεί. Ήταν όπως το τελευταίο δωμάτιο του νοσοκομείου: ο αέρας βαρύς, γεμάτος από κάτι αόρατο που έπνιγε την ελπίδα για ελαφρότητα. Ηταν σαν μια μαύρη πλάκα γρανίτη πανω στο στήθος του που ζεστάθηκε, σαν να είχε μόλις θυμηθεί ότι υπάρχει.
Το τοπίο προς Πικέρμι και Παλλήνη κυλούσε ακόμη φιλικά, σχεδόν απατηλά. Οι σκιές των δέντρων έσπαγαν και ξανακολλούσαν πάνω στην άσφαλτο. Ακόμη όχι, έλεγε ο κόσμος. Ακόμη κρατάς.
Και τότε σχηματίστηκε.
Μπροστά και δεξιά του, μια αέρινη μορφή αγκαλιασμένη απο ενα λευκό χιτώνα περπατούσε με ξένο ρυθμό. Δεν έτρεχε. Δεν λαχάνιαζε. Ο ρυθμός της δεν ανήκε στα πόδια αλλά στη σκέψη. Τα περιγράμματά της τρεμόπαιζαν, σαν προβολή που δυσκολεύεται να σταθεροποιηθεί στο υλικό. Τα μάτια της: δύο σημεία απόλυτης ηρεμίας.
«Καλημέρα, Νίκο», είπε η φωνή, όχι από έξω, αλλά μέσα στο κρανίο του. «Έχεις έναν ενδιαφέροντα συνεπιβάτη.»
«Ποιος είσαι;»
«Είμαι μια ιδέα που αποφάσισε να πάρει μορφή. Μπορείς να με αποκαλέσεις Επίκτητο. Ή Παρενόχληση. Δεν είναι τα πράγματα αυτά καθαυτά που μας ενοχλούν, αλλά οι εντυπώσεις που έχουμε γι’ αυτά. Οπότε, εξαρτάται από την κρίση σου.»
Ο Νίκος ένιωσε ένα στιγμιαίο κενό, σαν να έχασε για ένα δευτερόλεπτο την αίσθηση της πραγματικότητας. Το «εξαρτάται από την κρίση σου» δεν ήταν παρηγοριά. Ήταν ευθύνη.
Κάπου, σαν εσωτερική παρεμβολή που δεν υπάκουε στη γήινη ροή του χρόνου, αναδύθηκε η φωνή της μητέρας του:
«Μην αγχώνεσαι, Νίκο. Όλα πάνε όπως πρέπει.»
Τότε τον είχε εξοργίσει. Τώρα κατάλαβε: η φράση δεν υποσχόταν ευτυχία. Υποσχόταν πραγματικότητα.
«Η πρώτη δεκάδα», είπε η μορφή, «είναι το δώρο που σου κάνει το σώμα για να σε δελεάσει. Η ψευδαίσθηση ότι κρατάς κάτι. Η ελευθερία δεν είναι να κρατάς. Είναι να μη χρειάζεται να κρατάς.»
Ο Νίκος έτρεχε. Και για μια επικίνδυνη στιγμή, ένιωσε ότι αυτό που τον περίμενε δεν ήταν τερματισμός, αλλά απογύμνωση.
ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΑ 11–20: ΟΤΑΝ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΙΛΑ
Η καύση ήρθε σαν θυελλώδης πληροφορία. Στο δωδέκατο χιλιόμετρο, οι γαστροκνήμιοι άναψαν. Δεν ήταν τραυματισμός, ήταν μήνυμα. Ο πόνος της προσπάθειας να κρατήσει. Κράτησε τη μητέρα με προσευχές. Κράτησε τη σχέση με επιμονή. Κράτησε τον επαγγελματικό εαυτό του με επιτυχίες. Κάθε ώθηση ήταν αυτή η προσπάθεια μεταφρασμένη σε μυϊκή φλόγα.
«Οι μύες σου μιλούν μια γλώσσα», είπε ο Επίκτητος. «Κάθε συστολή λέει “όχι ακόμα”. Κάθε κράμπα είναι μια μικρή, σωματική προσκόλληση.»
«Πονάω», είπε ο Νίκος.
«Πού;»
«Στα πόδια μου. Στα πνευμόνια μου, δεν μπορώ να αναπνεύσω.»
«Όχι. Πονάς στο μυαλό. Τα πόδια κουράζονται. Ο αέρας είναι πυκνός. Εσύ δημιουργείς το δράμα. Θέλεις να αλλάξεις τον αέρα ή τη γνώμη σου για τον αέρα;»
Ο Νίκος δεν απάντησε. Δεν μπορούσε. Η σκέψη του ήταν πλέον διακεκομμένη, σαν παλιό σήμα. Περνώντας τη Ραφήνα, η μνήμη της μητέρας του έγινε καθαρή, σχεδόν ήρεμη.
«Όλα πάνε όπως πρέπει.»
Τώρα, με τα πόδια να καίγονται, κατάλαβε: ακόμη και ο πόνος πήγαινε όπως πρέπει.
ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΑ 21–30: Η ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΤΙΤΛΩΝ
Στο μέσο της διαδρομής, η εξάντληση έγινε η μόνη πραγματικότητα σε ενα πολυσύμπαν πιθανοτήτων: οι «τίτλοι» μου. Άρχισαν να ξεφλουδίζουν: Γιος. Σύζυγος. Επαγγελματίας. Σαν αφίσες σε βρεγμένο τοίχο. Από κάτω, δεν υπήρχε τίποτα — ή κάτι τόσο βασικό που δεν είχε όνομα.
Η μνήμη της μητέρας δεν ήταν πια εικόνα ήταν υφή, ήταν σταγόνα στον ιδρώτα μου.
«Άκου», είπε ο Επίκτητος, πια σαν φωνή μέσα στον αέρα. «Η απώλεια δεν κραυγάζει. Βουίζει. Είναι ο ήχος του κενού. Και το κενό είναι ο μόνος δάσκαλος που αξίζει. Μόνο ο σοφός είναι ελεύθερος. Και σοφός είναι όποιος έχει μάθει να ζει μέσα στο κενό χωρίς να το γεμίζει.»
«Έχω χάσει τα πάντα», είπε ο Νίκος.
«Έχεις χάσει όσα δεν σου ανήκαν ποτέ. Ήταν δάνεια μιας ζωής που απλά σου δόθηκε. Το κενό που έμεινε είναι δικό σου. Μπορείς να το πεις φυλακή ή χώρο. Ό,τι ουσιώδες έχεις, δεν μπορείς να το χάσεις παρά μόνο αν το πετάξεις.»
Ο Νίκος δεν ένιωσε παρηγοριά. Ένιωσε......μούδιασμα.
Η σκέψη της φυγής εμφανίστηκε χωρίς εικόνα.
Δεν ήξερε πού. Μόνο ότι δεν θα ήταν εδώ.
ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΑ 31–35 :Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΗΣ ΕΝΤΡΟΠΙΑΣ
Και τότε ο Σταυρός της Αγίας Παρασκευής αποκαλύφθηκε.
Από μακριά, φαινόταν ως αλλιωμένος δρόμος, μια γεωμετρική ανωμαλία. Μια παραβίαση του νόμου της κλίσης. Όπως στα βαθιά όνειρα του Inception του Christopher Nolan, όπου οι πόλεις λυγίζουν, διπλώνουν και αναδιπλώνονται για να αποκαλύψουν μια βαθύτερη, πιο πλαστική πραγματικότητα, έτσι κι εδώ ο δρόμος δεν ακολουθούσε το έδαφος· ακολουθούσε την αγωνία.
Η καμπύλη του ξεκολλούσε, αργα και βασανιστικά απο την βαρύτητα ρίχνοντας μια αποκοσμη σκιά στην στρατια των δρομέων που έτρεχαν με λαχτάρα. Ήταν η συμπύκνωση όλων όσων κρατιούνταν σε μια λεπτή γραμμη ανάβασης. Η είσοδος σε ένα παράλληλο πολυ-σύμπαν όπου η βαρύτητα δεν έλκει προς τα κάτω, αλλά προς τα μέσα.

Έβγαζε ήχο. Ένα παρατεταμένο, παραμορφωμένο «ωχ», απλωμένο στον αέρα σαν ηχώ,ανάμεσα σε βλεμματα πόνου, αγωνίας αλλά και στωικότητας για αυτούς που ειχαν την πολυτέλεια να ξεφύγουν απο αυτή τη κβαντική έκδοση της απώλειας. Η απώλεια, ο ίδιος ήχος που είχε βγάλει το σώμα της μητέρας του στην τελευταία της ανάσα — μόνο που εδώ δεν τελείωνε. Συνεχιζόταν. Έγινε το υλικό του χώρου.
«Εδώ», είπε ο Επίκτητος, όχι πια ως μορφή αλλά ως στάθμη. «Εδώ οι εντυπώσεις αποκτούν αρχιτεκτονική. Εδώ το κενό παίρνει μάζα. Και ό,τι κρατάς σε κρατά.»
Ο Νίκος άρχισε να ανεβαίνει το απόκοσμο ασφάλτινο μονοπάτι.
Η εμπειρία ήταν υπερβατική, σχεδόν μεταφυσική. Κάθε βήμα δεν κάλυπτε απόσταση· διείσδυε στο συνεχές του χρόνου. Η πραγματικότητα διατηρούσε τη λογική της, αλλά με άλλη φυσική. Όπως σε όνειρο μέσα σε όνειρο: όλα λειτουργούσαν, αλλά τίποτα δεν υπάκουε πια στους νευτώνειους κανόνες.
Οι δρομείς γύρω του δεν ήταν απλές ανθρώπινες κουκίδες. Ήταν προβολές της δικής τους αγωνίας. Τα πρόσωπά τους έλιωναν και ξανασχηματίζονταν από ιδρώτα και πόνο, σαν μορφές που έχαναν τη συνοχή τους.
Στον Σταυρό, η μορφή του Άνθρωπου της Εμμονής άρχισε να ξεφτίζει πρώτη — όχι με θόρυβο, αλλά σαν σχέδιο που επαναλαμβάνεται σωστά μέχρι τη στιγμή που μια μικρή απόκλιση το καθιστά άχρηστο. Για πρώτη φορά, ο κόσμος δεν ακολουθούσε κανένα πρόγραμμα φυλακισμένο στο Strava, δεν υπήρχε καμία καμπύλη που να υπόσχεται ότι η επόμενη ανάσα είναι γνωστή.
Ύστερα, η τεχνολογία του Νεανία Μεσήλικα σώπασε. Τα νούμερα συνέχιζαν να τρέχουν στην οθόνη, αλλά είχαν χάσει τη δύναμη να τον διαβεβαιώνουν. Η ταχύτητα δεν προλάβαινε πια τον χρόνο.
Οι υπερβάσεις της Γυναίκας της Απώλειας έμειναν μετέωρες. Το σώμα συνέχισε από συνήθεια, όμως ο λόγος είχε χαθεί· δεν υπήρχε πια τίποτα να αναβληθεί, κανένα μέλλον να κρατηθεί σε απόσταση.
Και η μονοθεματικότητα του τρίτου δεν έσπασε — διαλύθηκε. Οι λέξεις για ρυθμούς, χρόνους και παπούτσια που τον πρόδωσαν και έγιναν θόρυβος χωρίς κατεύθυνση, ήχος που δεν δείχνει πια δρόμο.
Στην πρώτη απότομη στροφή, συνέβη. Στον Σταυρό, η φυγή δεν είχε πια πού να πάει, έμεινε μέσα του εγκλωβισμένη σε μια μαύρη γρανιτένια πλάκα στο στήθος του Νίκου.
Και τότε αυτή εξαϋλώθηκε. Όχι σαν αντικείμενο, αλλά σαν έννοια. Αυτό που αποκαλύφθηκε ήταν το υπόστρωμα όπου ούτε απώλεια υπήρχε ως κρίση ούτε πόνος ως δράμα. Μόνο καθαρή παρουσία.
Ο πόνος στα πόδια του έγινε πληροφορία χωρίς συναισθηματική χροιά. Δεν έλεγε «σταμάτα». Έλεγε: αυτή είναι η πυκνότητα αυτής της στιγμής. Και τίποτα περισσότερο.
Με κάθε βήμα, γεωμετρίες του παλιού εαυτού του ισιώνονταν:
η γωνία του Αποτυχημένου Γιου,
η καμπύλη του Εγκαταλειμμένου Συζύγου,
το σπείρωμα του βολεμένου Επαγγελματία.
Στην κορυφή δεν υπήρχε «Νίκος».
Υπήρχε σημείο συνείδησης.
Ένα τεράστιο, ήρεμο, γεωμετρικό κενό.
Ο Επίκτητος δεν μίλησε. Δεν χρειαζόταν.
Ο νόμος του χώρου ήταν ήδη σαφής:
η απώλεια δεν είναι έλλειψη —
είναι καμπύλη που ίσιωσε.
ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΑ 36–42,2: Η ΜΟΥΔΙΑΣΜΕΝΗ ΚΑΘΟΔΟΣ
Η κάθοδος ήταν κάτι παραπάνω από επιστροφή. Ήταν μετάβαση σε μια λεπτότερη υφή κόσμου. Η πραγματικότητα επανήλθε, αλλά χωρίς το παλιό της βάρος. Τα πράγματα υπήρχαν ακόμη — δρόμος, κορμιά, φωνές — όμως δεν είχαν πια την ίδια πυκνότητα. Ήταν σαν να είχαν απογυμνωθεί από την απαίτηση να σημαίνουν κάτι.
Κάθε λογική του έλεγε: Τώρα τρέξε.
Το σώμα του, ωστόσο, ήταν συλλογή κατεστραμμένων μηχανισμών, ερείπια από τον εντροπικό σύμπαν του Σταυρού. Οι μύες δεν υπάκουαν σε εντολές φιλοδοξίας. Ανταποκρίνονταν σε κάτι βαθύτερο: στην απουσία ανάγκης.
Δεν υπήρχε πια λόγος να ξεφύγει από τη ζωή. Η απώλεια είχε πάψει να τον εξορίζει από αυτήν.
Ο φόβος είχε μείνει πίσω, κολλημένος στις καμπύλες της ανηφόρας.
Η ντροπή είχε χάσει την αιχμή της.
Ο πόνος ήταν παρών, αλλά αδρανής — υλικό χωρίς αφήγηση.
Κινήθηκε με τη βαρύτητα του κενού, απαλλαγμένο απο την κοσμική ελαφρύτητα και με μια απρόσμενη ελευθερία. Δεν επιτάχυνε. Και αυτή η αδυναμία ήταν η νίκη. Δεν επιτάχυνε για να αποδείξει. Δεν επιτάχυνε για να φτάσει. Προχωρούσε για να υπάρχει μέσα στον νέο, σφυρυλατημένο χώρο μια σύντομης αλλά περιεκτικής συλλογής θεατρικών πραξεων.ΠΡΑΞΗ 1. Η μνήμη: η μητέρα.
Δεν είναι φυγή. Είναι μετάβαση. Η ζωή της τελείωσε. Η δική σου συνεχίζεται.
ΠΡΑΞΗ 2. Η μνήμη: η Μαρία.
Δεν είναι εγκατάλειψη. Είναι διαφοροποίηση. Καμμία εμπειρία ζωής δεν είναι ανώτερη. Είναι απλά διαφορετική.
ΠΡΑΞΗ 3. Η μνήμη: το άδειο γραφείο. Δεν είναι κενό. Είναι επίπεδο.Και το επίπεδο είναι δυνατότητα, που μπορεί να σπάσει την εικονικότητα της βολικής προβλεψιμότητας.
Ο κόσμος γύρω του χειροκροτούσε, αλλά οι ήχοι δεν έβρισκαν σημείο πρόσφυσης. Δεν τον ζητωκραύγαζαν. Παρατηρούσαν την επιστροφή μιας συνείδησης από ένα βάθος ωκεανού που δεν μπορούσαν να κατονομάσουν.
Όταν μπήκε στο Στάδιο, δεν ένιωσε θρίαμβο,αλλά μάλλον ανακούφιση. Οι κερκίδες ήταν πινακες ζωγραφικής , με πυκνές κουκίδες θεατών που πρόβαλαν στους δρομείς τους δικούς τους συναισθηματικούς παλμούς. Η οθόνη στο στάδιο περπατούσε διακριτικά στα βλεμματα των δρομέων που τερμάτιζαν – έδειχνε το χρόνο.
Κάτι κρύο, μεταλλικό, άγγιξε τον λαιμό του. Ένα μετάλλιο. Το κοίταξε σαν αντικείμενο από άλλη πραγματικότητα. Ήταν απλώς πράγμα. Ούτε καλό ούτε κακό. Η τελική, περιττή απόδειξη ότι όλα τα παλιά κίνητρα — να αποδείξει, να κατακτήσει, να κρατήσει — ανήκαν σε μια πολυσυμπαντική πραγματικοτητα που δεν ίσχυε πια.
Είχε ξεπεράσει τον χάρτη, όχι τον δρόμο.
Και αυτό ήταν ελευθερία.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Εκείνο το βράδυ, στο μπαλκόνι του σπιτιού του, ο πόνος στα πόδια του ήταν το μόνο δεδομένο της μετάβασης — σαν να είχε ταξιδέψει σε πλανήτη με διαφορετική βαρύτητα. Δεν τον ενόχλησε. Τον ενημέρωνε.
Η μητέρα, ο χωρισμός, οι φόβοι: όλα είχαν αποδομηθεί σε απλά δεδομένα. Παράμετροι ενός καρτεσιανού συστήματος. Όχι τραύματα. Η γαλήνη δεν ήταν αδράνεια. Ήταν ενεργητική ηρεμία. Σαν λίμνη που ξέρει πώς να δεχτεί την επόμενη πέτρα χωρίς να χάσει το σχήμα της.
Το μετάλλιο κειτόταν στο τραπεζι του σαλονιού. Το σήκωσε. Το βάρος του ήταν αστεία μικρό, ασύγκριτο με τη γρανιτένια πλάκα που κάποτε μετέφερε. Εκείνη δεν υπήρχε πια. Δεν είχε σπάσει. Είχε κορνιοτοποιηθεί πλήρως. Τα συστατικά της είχαν ενσωματωθεί στο υπόστρωμα της ύπαρξής του.
Άνοιξε το ημερολόγιο στο κινητό. Οι ημερομηνίες απλώνονταν σαν πλέγμα. Μήνες. Εβδομάδες. Μέρες.
Και τότε αναδύθηκε η σκέψη — απαλή, αποστασιοποιημένη:
Και αν ξανατρέξω;
Δεν ήταν πρόκληση. Δεν ήταν επιθυμία. Ήταν πραγματική ερώτηση. Όπως ρωτά κανείς αν θα φάει οταν πεινάσει. Για πρώτη φορά, ο μαραθώνιος δεν ήταν απόδειξη, ούτε θεραπεία. Ήταν απλώς γεγονός-επιλογή.
Κατάλαβε το οριστικό μάθημα, όχι από τη νίκη, αλλά από τη μετατόπιση κατάσταση ύπαρξης:
η ελευθερία δεν είναι να νικήσεις τους δαίμονές σου στον κόσμο τους. Είναι να εξέλθεις από το κατάσταση ύπαρξης όπου μπορούν να υπάρξουν οι δαίμονες σου. Να δεις ότι δεν ήταν πλάσματα, αλλά προβολές ενός ρηχότερου - του δικού σου - τρόπου σκέψης.
Η απελευθέρωση δεν ήταν μοναδική στιγμή. Ήταν πύλη.
Ο αέρας του Νοεμβριου, καθαρός πια, του θύμισε τον παχύ αέρα της αυγής στο λεωφορείο. Η ελευθερία δεν ήταν κτήμα. Ήταν δώρο που έπρεπε να ξετυλίγεται καθημερινά. Όπως το σώμα χρειάζεται κίνηση για να διατηρεί τη μνήμη του, έτσι και το πνεύμα χρειαζόταν τον δικό του, καθημερινό μαραθώνιο προσοχής: να διαχωρίζει τι εξαρτάται από αυτό και τι όχι. Να αποδέχεται τον πόνο χωρίς να τον θεοποιεί. Να βλέπει τα κενά χωρίς να τα γεμίζει με φαντάσματα.
Να τρέξει ξανά;
Ίσως. Ίσως όχι.
Η ερώτηση έμεινε αιωρούμενη, ανέγγιχτη. Δεν ζητούσε απάντηση. Και αυτή η ικανότητα — να κρατάς μια ερώτηση χωρίς να σε ορίζει — ήταν η καθημερινή συντήρηση της ελευθερίας.
Κοίταξε τον ουρανό. Η μεγάλη Άρκτος είχε στραφεί λίγο ακόμη.
Τώρα ήξερε: ο πραγματικός μαραθώνιος δεν τελείωνε στην πύλη του Σταδίου.
Ξεκινούσε κάθε πρωί, στο πρώτο μισόξυπνο βλέμμα προς το ταβάνι, στην πρώτη πρωινή στιγμή μοναξιάς.
Σε κάθε στιγμή που μια παλιά αγωνία προσπαθούσε να φορέσει τη μορφή της αλήθειας.
Και ίσως — στην ήρεμη σκέψη του αν κάποια άλλη αυγή θα στρίψει ξανά προς τον Μαραθώνα, όχι για να ξεφύγει, αλλά απλώς για να τρέξει.
Και αυτή η επιλογή, από μόνη της, ήταν ο επόμενος αγώνας.
Ο μόνος που άξιζε.
- Αθήνα 2026 -

PLEASE LEAVE YOUR COMMENTS BELOW

John Galanis - Mirroring relentless darkness (self-portrait)


Kostas Vetsis - At least we can be together (Eyvoia, Greece)


Kostas Vetsis - My eyes see something (Doxa Lake, Greece)


Kostas Vetsis - Light, dark borderline (Doxa Lake, Greece)


Kostas Vetsis - On the horns of a dilemma (Krakow)


Kostas Vetsis - Dance with me, one last Tango (Moscow)


Kostas Vetsis - From her to eternity (Doxa Lake, Greece)


CONTACT US

Don't fight it and you'll be happy